Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

Γεια! (ή, αλλιώς, Σακ βουαγιάζ!)

Το καλοκαίρι πορεύεται με οδηγό, πλέον, τον Αύγουστο, κι εμείς λέμε να το ακολουθήσουμε. Για μερικές μέρες ο ένας, για περισσότερο ο άλλος – αλλά όπως και να έχει το κλείνουμε το «μαγαζί» (ακριβώς 7 μήνες σήμερα από την έναρξή του). Και το κλείνουμε χωρίς να ορίζουμε ραντεβού, ημερομηνίες και τόπο συνάντησης. Μπορεί τον Σεπτέμβρη. Μπορεί ΚΑΠΟΙΑ στιγμή, σε αυτήν την ίδια μορφή ή σε ΚΑΠΟΙΑ άλλη να ξαναβρεθούμε. Θα ψαχτούμε, θα σκεφτούμε, θα... μετρηθούμε (κυρίως) και θα αποφασίσουμε…
+/- Δείτε περισσότερα



Όπως και να έχει αυτό το μπλογκ (που ήταν πιστό στην υπόσχεσή του ότι δεν θα προσφέρει κάτι περισσότερο από αυτό που είναι, δηλαδή ένα μπλογκ συνάντησης, με απόψεις, μερικές ειδήσεις και ανταλλαγή σκέψεων) περπάτησε με μια αξιόλογη (για μπλογκ) επισκεψιμότητα χάρη στους συνεργάτες συντάκτες του, αλλά – κυρίως – χάρη στη συμμετοχή φίλων επισκεπτών (η σχολιογραφία των οποίων, πάντως, εδώ και λίγο καιρό βρίσκεται σε κάμψη). Νομίζουμε ότι το καλύτερο και το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του ήταν τα σχόλια των επισκεπτών και, ακόμα, η ανάδειξή τους σε «Άρθρα Αναγνωστών» που για εμάς αποτελούν την καλύτερη ενότητα στο αρχείο των θεμάτων του μπλογκ που μπορείτε να βρείτε στις «Ετικέτες».

Φεύγοντας αφήνουμε ανοικτή τη πόρτα! Για να σχολιάσει όποιος θέλει εδώ ή αλλού, ό,τι θέλει. Σας χαιρετούμε με ευχές για καλό υπόλοιπο καλοκαιριού.

Γεια χαρά, λοιπόν! Ή… σακ βουαγιάζ που θα έλεγε και ο συμπαθής γαλλομπουρδομαθής της πετυχημένης τηλεοπτικής ρεκλάμας του καλοκαιριού.

Yγ: Ευχές από καρδιάς στον Μιχάλη (και τον Παύλο) για το διαδικτυακό παιδί που ετοιμάζει, το playsport.gr


Διονύσης Βραϊμάκης

Ιστορίες μπομπινοφώνου

Στις γραμμές που ακολουθούν υπάρχει ο πρόλογος και ένα διήγημα από μια συλλογή αφηγήσεων με τους ίδιους – σε όλες τις αφηγήσεις – κεντρικούς ήρωες. Είναι διηγήματα που βρίσκονται από καιρό «στο συρτάρι» με τον προσωρινό γενικό τίτλου «Ιστορίες Πομπινοφώνου». Ένας πιτσιρίκος μιλάει (στην δεκαετία του ΄60) από τα 6 ως τα 16 του χρόνια, μπροστά στο παλιό μαγνητόφωνο, για απλές καταστάσεις, πρόσωπα, συνήθειες μιας εποχής που υπάρχει ακόμα στις αναμνήσεις κάποιων ανθρώπων. Και σήμερα πια, όσα πάρλαρε τότε μπροστά στο μικρόφωνο, τα απομαγνητοφωνεί από την μπομπίνα που είχε... διωχθεί ανελέητα εκείνη την εποχή, αλλά και έχει διασωθεί ως τις μέρες μας με έναν παράδοξο τρόπο: μέσα από μια κατεδάφιση. Επιλέξαμε την ιστορία «Το ψαλίδι του Λίνου», επειδή η αναφορά στον Κώστα Λινοξυλάκη δίνει στην αφήγηση και κάποιο αθλητικό χρώμα, χωρίς να είναι αυτός ο στόχος και το θέμα.

+/- Δείτε περισσότερα


Κάτι σαν πρόλογος


Η γνωριμία της γιαγιάς με το μαγνητόφωνο, εκείνο το παγωμένο φλεβαριάτικο βράδυ του 1965, ήταν τραυματική. Ο ξάδερφός μου, ναυτικός και δεινός γκατζετάκιας της εποχής, είχε φέρει σπίτι μας το καινούργιο του απόκτημα: ένα μπομπινόφωνο Γκρούτιχ («Γκρούτικ» το λέγαμε τότε), διπλής εγγραφής, τσίλικο και αλλόκοτο μαζί.

Ο ξάδερφος αρχικά δεν μας είπε τι ήταν αυτό που αργότερα ο γιαγιά θα το αποκαλούσε «κουτί του διαβόλου». Κι ούτε μπορούσαμε να διανοηθούμε πως εκείνο το τετράγωνο πράμα, με τις δυο ροδέλες και την κορδέλα τυλιγμένη πάνω τους, έκανε κάτι φανταστικό: φυλάκιζε ήχους, φωνές, ανάσες, σιωπές και ψιθύρους. Ακούσαμε τη λαλιά μας και μείναμε άλαλοι! Και μαζί ακούσαμε τον ήχο τής καρέκλας που είχε συρθεί, το νιαούρισμα της γάτας, το καπάκι τής σόμπας που κάποιος το άνοιξε για να ρίξει ξύλα, μη ξέροντας ότι όλη αυτή η απλή ηχητική ασημαντότητα πάγωνε στην επιφάνεια της περίεργης κορδέλας και σε λίγο θα τα ακούγαμε αυτούσια, ξανά και ξανά – όσες φορές θέλαμε.

Όλοι, λοιπόν, μείναμε άφωνοι από το απίστευτο θάμα. Σιωπή απλώθηκε σαν κουρτίνα στο δωμάτιο και πάνω της κρεμάστηκαν θαυμαστικά, ερωτηματικά και τελίτσες αποσιωπητικών. Ξαφνικά η σιωπή έγινε κομμάτια και θρύψαλα από το βαρύ πέσιμο της γιαγιάς που λιποθύμησε ακούγοντας εκείνο «το μηχάνημα του εξαποδώ».

Με τη λιποθυμία και την αδυσώπητη προσγείωση στο πάτωμα, η γιαγιά ‘κονομήσε ένα σπασμένο βραχίονα και μαζί μια βαθιά απέχθεια για το μαγνητόφωνο που έμελλε να ριζώσει σπίτι μας. Ο ξάδερφος, παιδί της επαρχίας που τον φιλοξενούσαμε για λίγες μέρες όποτε επέστρεφε από τις θάλασσες, μας άφησε το μπομπινόφωνο για να το πάρει την επόμενη φορά που θα ξεμπάρκαρε, αλλά δεν το ξαναζήτησε από τότε. Αγόρασε άλλο, καλύτερο, πιο ικανό να ταριχεύει λέξεις, ομιλίες, ανάσες, σιωπές και ψιθύρους.

Το μπομπινόφωνο έγινε τα επόμενα χρόνια για τα δυο μεγαλύτερα αδέρφια μου πεδίο μουσικών επιδόσεων με σουξέ τής εποχής. «Να ‘ταν η θάλασσα μελάνιιιιι/ να ΄ταν και ουρανός χαρτίιιιι/ πάλι δεν χώραγε να γραψωωωωω/ τι πέρασα τη νύχτα αυτήηηη./ Γιατίιιιιι με πρόδωσες, γιατίιιιιιι;» τραγουδούσαν, και η γιαγιά, που οραματιζόταν τα εγγόνια της με ένα σχολικό βιβλίο συνεχώς στο χέρι, διαολιζόταν.

- «Αυτά σας λείπανε. Τραγουδιστάδες, αυτό είσαστε! Τι θα γίνετε άμα μεγαλώσετε; Περπινιάδηδες και Ζαγοραίοι; Αχ καημένα μου! Τότε θα καταλάβετε τι κάνατε και θα λέτε ‘‘καλά τα ‘λεγε η συχωρεμένη η γιαγιά. Σκατά στον τάφο της!’’, αυτό θα λέτε».

Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί η οργή τη γιαγιάς και οι αλάνθαστες κρίσεις της – αλάνθαστες πίστευε ότι είναι –, κατέληγαν στην ίδια επωδό: «Σκατά στον τάφο της θα λέτε». Ούτε κατάλαβα ούτε το έψαξα. Άλλωστε εγώ δεν είχα έφεση στα λαϊκά άσματα της πιο μουσικής 10ετίας του αιώνα. Εμένα μου άρεσε να μιλάω στο μαγνητόφωνο για την καθημερινή μας ζωή.

Γιατί; Γιατί έτσι! Ίσως γιατί στην κανονική ζωή μιλούσα λίγο. Ή, ίσως, γιατί νόμιζα (και μάλλον δεν έκανα λάθος) πως όταν μιλούσα κανείς δεν με άκουγε, αντίθετα με το μαγνητόφωνο που κρεμόταν απ΄ τα χείλη μου!

Οι αδερφοί μου γέμιζαν την μπομπίνα με τραγούδια κι εγώ με αδιάκοπη λογοδιάρροια. Αλλά αυτό τους εκνεύριζε. «Μπούρδες! Λες μπούρδες και χαλάς την ταινία. Να αγοράσεις μια μπομπίνα δικιά σου και να λες ό,τι θέλεις», με πρόσταξαν. Κι ευτυχώς που η μάνα (πάντα καλή η μάνα!), μου αγόρασε μια μπομπίνα καταδική μου, κάτω από την γκρίνια της γιαγιάς βέβαια. Μια γκρίνια-ψιλή βροχή: «Δεν κοιτάει να ανοίξει κάνα βιβλίο, να παιδέψει κάνα τετράδιο, να παιδευτεί και το μυαλό του. Το μπλα μπλα στο κουτί του εξαποδώ τον μάραινε»!

Μην λέω πολλά και σας κουράζω. Εκείνη η μπομπίνα χάθηκε μετά από 2-3 χρόνια μυστηριωδώς, αντικαταστάθηκε από νέα (φυσικά με απόφαση της μάνας και με γκρίνια της γιαγιάς), για να χαθεί κι αυτή στην εφηβεία μου, επίσης μυστηριωδώς.

Το μυστήριο λύθηκε, χρόνια μετά, από την κυρία Αντιπαροχή που επισκέφθηκε κι εμάς, αυτοπροσώπως, στο φτωχικό που μέναμε με νοίκι! Ήταν μια από τις τελευταίες μονοκατοικίες της πόλης που παραδόθηκε για σφαγή στον εργολάβο. Είχε αντισταθεί με σθένος μερικές 10ετίες, χάρη σε ένα οικογενειακό μπλέξιμο των κληρονόμων που δεν τα έβρισκαν μεταξύ τους. Αλλά τελικά η αντίσταση κάμφθηκε και η μονοκατοικία έπεσε. Προηγουμένως το σπίτι άδειασε από ψυχές και άψυχα. Έμεινε κενή και η παλιά αποθήκη με αντίκες, χράμια, κουρελούδες, παλιοπράματα και κούτες. Άνοιξε εκεί, στην αποθήκη, κι ένα παλιό δρύινο μπαούλο της γιαγιάς, φτιαγμένο από χέρι μαγκιόρου τεχνίτη στις αρχές του αιώνα και – ω του θαύματος – στα βάθος του, τυλιγμένες με χοντρά μάλλινα υφάσματα (που τις προστάτευσαν από το χρόνο και την υγρασία) ήταν οι αμαρτωλές εξαφανισμένες μπομπίνες μου. Η γιαγιά τις είχε κρύψει, αλλά δεν τις είχε καταστρέψει. Ηθελημένα, άραγε, για να μη χαθούν και καταστραφούν στην καθημερινότητα; Αθέλητα, μήπως, πιστεύοντας ότι κανείς, ποτέ, δεν θα τις εύρισκε εκεί κάτω; Δεν το ξέρω, πήρε το μυστικό στο τάφο, μαζί με τον επιτηδευμένα δύστροπο χαρακτήρας της. Γιατί, κατά βάθος, η γιαγιά ήταν μια τρυφερή ψυχή – και πάντα θα λέω «τριαντάφυλλα και μύρα στον τάφος της» (όχι και... σκατά, γιαγιούλα!)

Έτσι, άκουσα μετά από δεκαετίες όλα όσα πάρλαρα παιδί στη μαγνητική κορδέλα. Όμως, ήταν σαν ειπωμένα από κάποιον άλλον – όχι από μένα. Λόγια και σκέψεις που έρεαν σαν τα παλιά ρυάκια – τις αμπολές – του ήσυχου προαστίου μας. Η μια κουβέντα έφερνε την άλλη, η μια σκέψη την επόμενη. Όπως τραβάς ένα κεράσι από το καλάθι και μαζί του ανεβαίνουν δυο-τρία ζευγάρια κερασιών ακόμα. Γι’ αυτό η σκέψη έφευγε σε άλλα ρυάκια, διακλαδιζόταν, άνοιγε νέα θέματα, έδινε πληροφορίες για πράγματα, συνήθειες, πρόσωπα της εποχής, και μετά ξαναρχόταν στο βασικό ρυάκι για να συνεχίσει την παρλάτα

Δεν προσπάθησα να βάλω αναχώματα στα ρυάκια για να αλλάξω ή να περιορίσω τη ροή τής αφήγησης ούτε να ξεμπλέξω τα μπερδεμένα κεράσια. Άρχισα το 2009 να απομαγνητοφωνώ, χωρίς καμιά αλλαγή, τα λόγια τού μικρού Πέτρου, εμένα δηλαδή – ή κάτι σαν εμένα –, και σήμερα σας τα παραδίδω σε κοινή θέαση, με τη γεύση της σκόνης από την αποθήκη πάνω στις λέξεις τους. Δεν δημοσιοποιώ όλα τα αυθόρμητα αφηγήματά του Πετράκη. Ξεδιάλεξα δεκαπέντε από αυτά, με χρονική σειρά και, κάποιες φορές, με μεγάλα χρονικά άλματα ανάμεσά τους. Τα πάρλαρε από τότε που ήταν 6 χρονών, ώσπου έφτασε στα 16 που έκλεισε τις αφηγήσεις (άλλωστε είχαν αραιώσει πια) με μια παρλάτα ποτισμένη με την απογοήτευση που ανάβλυζε από τα ερείπια της χουντικής εποχής και το θολό, γεμάτο ομίχλη μέλλον των νέων της δεκαετίας του ΄60 και του ΄70.

Δείξτε μεγαλοθυμία, κατανόηση και υπομονή για να αντέξετε τα αφηγήματα του Πετράκη! Μικρό παιδί είναι που μιλάει για πολύ μικρά, ασήμαντα σήμερα, πράγματα μιας νοσταλγικής εποχής.


Για την απομαγνητοφώνηση
Δ.Β.

Το ψαλίδι του Λίνου και ο μπαρμπέρης Κώστας

Ο πατέρας λέει πως θα πάμε στον κουρέα. Το Σάββατο θα πάμε. Το Σάββατο το βράδυ «θα πεταχτούμε σ’ του Κώστα του Αλιφραγκή». Ο κυρ Κώστας είναι ο πιο καθαρός άνθρωπος στον κόσμο. Τι λέω στον κόσμο; Σε όλον τον κόσμο είναι πιο καθαρός. «Κοίτα να μη σε πάρει η νύχτα πάλι», λέει η μαμά στον πατέρα. «Να σκολάσεις νωρίς για να προλάβεις τον μπαρμπέρη, μην τον βρεις κλειστό». Θα πάμε στον κουρέα ή στον μπαρμπέρη; Αυτοί με μπερδεύουν μωρέ. «Μώρα και κασίδα», μου φωνάζουν όταν λέω «μωρέ». Δεν θυμάμαι ποιος μου το φωνάζει. Όλοι. Μπορεί και όλοι. Η γιαγιά Ματίνα, η θεία Αθανασία, η θεια Κατερίνα, η θεία Ποθητή. Μόνο ο παππούς Κώστας δεν μου φωνάζει «μώρα και κασίδα» όταν λέω «μωρέ». Γελάει μόνο. «Α, ρε μπαγάσα, α ρε μπαγάσα». Το λέει πολλές φορές ο παππούς Κώστας αυτό. Και κουνάει το κεφάλι, να έτσι: μια πίσω, μια μπροστά, μια μπροστά μια πίσω.
Ούτε η θεία η Αλέκα μου λέει «μώρα και κασίδα». Ούτε η κυρία Κική, στο σπίτι δίπλα από το σπίτι μας. Είναι καλή γυναίκα αυτή. Μου δίνει και γλυκό στο πιατάκι. Γλυκό κουταλιού το λένε. Σταφυλάκι είναι. Έχει και σάλτσα. Γλυκιά σάλτσα, πετιμέζι!

«Και αν σε κρατήσουν πάλι στη δουλειά ως τις οκτώ πότε θα πάτε στον μπαρμπέρη;»μουρμουράει η μαμά. Έτσι είναι η μάνα. «Μουρμούρα» τη λέει ο πατέρας. Και καμιά φορά τής λέει «γλυκιά μου μουρμούρα», και την κοιτάει στα μάτια με τα μάτια του. Σαν καραμελίτσες είναι τότε τα μάτια του. Γλυκά που είναι! Και κάτι άλλο της λέει άμα νευριάζει, που δεν νευριάζει δηλαδή. «Μπούρου» τής λέει, αλλά πολλές φορές. «Άσε το μπούρου, μπούρου, μπούρου, βρε γυναίκα». Και κάτι άλλο λέει ο πατέρας. «Χριστέ μου ο Ιακώβ είμαι και σε αντέχω;» λέει σιγανά. Αλλά γελάει, σαν αστεία να το λέει, όχι τσαντισμένος. Πάντα γελάει ο πατέρας. Δεν ξέρω αν το λέει ακριβώς έτσι. Σαν άλλο όνομα λέει – όχι Ιακώβ. Νομίζω Ιώβ λέει. «Χριστέ μου Ιώβ είμαι και σε αντέχω;». Μέσα από τα δόντια του το λέει και μετά λέει της μαμάς. «Θα προλάβουμε, δεν κλείνει ο μπαρμπέρης το Σάββατο».

Ο κυρ Κώστας ποτέ δεν κλείνει. Μπορεί και όλη τη νύχτα να είναι εκεί. Έτσι μου φαίνεται. Μπορεί και μέχρι τις 11, όλη τη νύχτα δηλαδή. Τότε τελειώνει η νύχτα. Στις 10, στις 11, άντε στις 12. Μετά, όταν κοιμόμαστε, έχει φύγει η νύχτα. Σα να έχει φύγει δηλαδή. Τραβάει όμως την κουρτίνα στα τζάμια ο κυρ Κώστας και χαμηλώνει το φως. «Είναι οχτώμισι, κάτσε να τραβήξω την κουρτίνα μην έρθει ο χωροφύλακας». Έτσι λέει. «Τζόρα» λέει τον χωροφύλακα.«Είναι οχτώμισι, κάτσε να τραβήξω την κουρτίνα μην έρθει ο τζόρας».

Δεν ξέρω αν είναι ο ίδιος χωροφύλακας που θέλει να φωνάξει η θεία Αθανασία όταν δεν τρώω. Αλλά εγώ τρώω όταν ακούω για τον χωροφύλακα. Τον φοβάμαι. Όλοι τον φοβούνται. Τον φοβούνται και οι μεγάλοι που τους φοβόμαστε εμείς. Εγώ φοβάμαι το μουστάκι του πιο πολύ. Μην αρχίσει ξαφνικά και στάζει αίμα. Γιατί πρέπει να τρώει αίμα ο χωροφύλακας.«Έχουν φάει αυτοί κουμμουνιστές, ουουου», έχω ακούσει τον κυρ Μανώλη. Ο κυρ Μανώλης είναι Κουκουές. Δεν τη λέω δυνατά αυτή τη λέξη. «Είναι Κουκουές χωρίς μυαλό», λέει ο θείος Πάτροκλος, αλλά το λέει σιγά σιγά. Πολύ σιγά το λέει. Όσο σιγά λέω το μάθημα στη δασκάλα.«Δεν έφαγες το πρωί παιδάκι μου, μίλα πιο δυνατά», μου λέει εκείνη και τρίβει στα χέρια της τη βίτσα. Μανουλίτσα μου πώς πονάει! Η βίτσα πονάει τη χούφτα μου. Τσιζ, τσιζ, τσιζ, τσιζ, τσιζ! Στη χούφτα με δέρνει η δασκάλα και στην καρδούλα μου πονάω. Τρέχει, τρέχει, τρέχει ο πόνος, χοροπηδάει στο στομαχάκι μου, μετά πάει στον ποπό μου, στο αντεράκι μου πάει, και μετά δαγκώνει την καρδούλα μου. Σα βατραχάκι πηδάει μέσα μου ο πόνος. Αλλά και τα άλλα παιδιά πονάνε. Τσιζ, τσιζ, τσιζ, τσιζ, τσιζ στα χεράκια τους και αυτά σηκώνουν σε κάθε τσιζ το ποδαράκι. Λίγο το σηκώνουν, σαν να φεύγει από εκεί ο πόνος άμα είναι σηκωμένο το ποδαράκι. Από τις μύτες των παπουτσιών που είναι κομμένες πρέπει να φεύγει.

Πόσο μου αρέσουν τα κομμένα παπούτσια. «Μεγάλωσε ο γαϊδαράκος μίκρυνε το σαμαράκι»,λέει η μαμά και παίρνει το χοντρό ψαλίδι. «Να χωρέσει το πόδι σου και να πάρει αέρα τώρα που μεγάλωσες και που έρχεται καλοκαίρι», λέει και κόβει τις μύτες. Εμένα δεν παίρνει αέρα το παπούτσι. Σκόνη παίρνει. Γιατί κλωτσάω με τις κομμένες μύτες. Πέτρες κλωτσάω. Την μπάλα από τα πανιά κλωτσάω. Ό,τι βρω! Μου αρέσει η μπάλα. Θέλω να γίνω Λινοξυλάκης. Μανουλίτσα μου ας γίνω Λινοξυλάκης όταν μεγαλώσω. «Ψηλός, όμορφος σαν κυπαρίσσι είναι ο άτιμος», λέει ο πατέρας που έχει και μια φωτογραφία τού Λινοξυλάκη στο σερβάν, στη σάλα που είναι όλο κλειστή. Δεν μας αφήνει η μάνα να πάμε στη σάλα.

Μόνο όταν έρχονται ξένοι μπαίνουμε μέσα στη σάλα. Κάτι μυρίζει εκεί μέσα. Όμορφα μυρίζει. Δεν ξέρω τι, αλλά όμορφα. «Λεβάντα βάζεις Ελένη μου;» έχω ακούσει να ρωτάει η κυρά Κική τη μαμά. Τη λέει πολύ καθαρή. «Αχ εσένα, το Τριλ και το μπράσο θα σε φάνε. Τρίψε τρίψε θα τα λειώσεις», της λέει η κυρά Κική που έρχεται πάντα από την πίσω πόρτα, κατευθείαν στο κουζινάκι, «μη σου λερώσω το διάδρομο μπροστά, Ελένη μου. Τα χεράκια σου λυπάμαι».

Εκεί στη σάλα είναι ο Λινοξυλάκης. Στη φωτογραφία είναι, όχι στα ζωντανά. Μανουλίτσα μου στον αέρα πετάει ο Λινοξυλάκης, μπροστά στα δίχτυα, ανάποδα. Κάνει ανάποδο ψαλίδι. Έτσι το λένε στην μπάλα: ψαλίδι! Όχι το ψαλίδι του ράφτη αλλά ψαλίδι των ποδιών. Ανοιγοκλείνουν τα πόδια και – χραπ! – κόβουν στη μέση τον αέρα και χτυπάνε δυνατά την μπάλα. Η μπάλα είναι στην άκρη του παπουτσιού του, που δεν έχει κομμένες μύτες. Η μπάλα και το πόδι του είναι πιο ψηλά από τον κόσμο που είναι στο γήπεδο. Και μακριά, πολύυυυυ μακριά φαίνεται ο ουρανός. «Το καλύτερο ψαλίδι όλων των εποχών», λέει ο πατέρας. Έτσι ακριβώς το λέει. Ου, το έχω ακούσει πολλές φορές. Χιλιάδες, χιλιάδων, χείλια δες. Έτσι το λέμε όταν παίζουμε. «Χιλιάδες, χιλιάδων, χείλια δες». Για τα φιλιά το λέμε και γελάμε. Για τα φιλιά που μπορούμε να δώσουμε χιλιάαααδες στα κορίτσια άμα μεγαλώσουμε. Μια φορά ο θείος Πάτροκλος, που είναι από τον Πειραιά, είπε του πατέρα για το ανάποδο ψαλίδι «τι λες μωρέ Αυγέρη, ράφτης είναι Λινοξυλάκης;» και γέλασε με το χρυσό του δόντι.

«Κόσμημα!» Έτσι λέει η μαμά για τον αδερφό της. Τον θαυμάζει τον αδερφό της η μάνα. «Όλα ωραία είναι πάνω του, αλλά χαμένος θα πάει». Έτσι λέει. «Χαμένος». Αλλά όχι όπως το λέει ο Ορέστης Μακρής, «άντε χάσου χαμένε!» Για τον θείο η μάνα το λέει με την καρδιά της.«Χαμένος θα πάει». Και η θεία Αθανασία, η άλλη αδερφή του θείου Πάτροκλου, λέει «αυτός έπρεπε να είχε γεννηθεί στα Παρίσια, όχι στα Καμίνια». Ο πατέρας δεν θυμώνει που τον πειράζει ο θείος Πάτροκλος. Θαυμάζει τον Λινοξυλάκη ο πατέρας. «Λίνο», τον λέει. «Ο Λίνος μας»! Η μπάλα πήγαινε γκολ και το έσωσε με το ψαλίδι. Η Εθνική Ελλάδας έπαιζε με μια ομάδα, έτσι λέει. Με τους Μαγυάρους έπαιζε; Δεν ξέρω, δεν θυμάμαι πώς το λέει. Με τους Ρουμάνους έπαιζε; Τους Ισπανούς; Δεν θυμάμαι πώς το λέει. Αλλά θαυμάζει το ψαλίδι τού Λινοξυλάκη ο πατέρας. «Θα πήγαινε γκολ. Ο Τσανακτσής είχε πέσει κάτω», να δεις πώς το λέει, «εκτός θέσεως ήταν ο τερματοφύλακας και η μπάλα πήγαινε βολίδα στα δίχτυα. Τότε απογειώνεται ο Λίνος, σαν αετός πέταξε, και φραπ, έδιωξε την μπάλα με ανάποδο ψαλίδι».

Απογειώνεται! Δεν ήξερα τι πάει να πει αλλά τώρα το έχω μάθει απέξω. Ό,τι ακούω το μαθαίνω απέξω. «Έχει αυτός ένα μυαλό σφουγγάρι, πρέπει να προσέχουμε τι λέμε, Κική», της είπε μια φορά η μάνα. Ψιθυριστά το είπε. Όπως λέω το μάθημα στη δασκάλα, την κουτσή. Γι αυτό όταν βαράει με τη βέργα σηκώνει το ποδάρι. Το σηκώνει και κρέμεται. Η δασκάλα δεν μας αφήνει να παίζουμε τόπι στο διάλειμμα. «Άντε μη μισερέψετε και εσείς», λέει και χτυπάει στον αέρα τη βίτσα. Είναι πάντα πολύ θυμωμένη η κυρία Κλειώ. Πολύ. Γελούσε μόνο μια φορά. Μόνο όταν ήρθε ο επιθεωρητής. Γελούσε και ήταν όλη την ώρα κοντά του. Κούτσα κούτσα πήγαινε, αλλά κοντά του. «Μάλιστα κύριε επιθεωρητά, εδιδάχθημεν πρόσθεσιν και αφαίρεσιν». Το θυμάμαι αυτό καλά. «Εδιδάχθημεν». Κάτι αστείο πάει να πει γιατί η δασκάλα μας γελούσε όταν το έλεγε. Δεν γελούσε δηλαδή δυνατά, έτσι χα χα χα χα. Γελούσε λίγο. Γελούσε και έτρεμε. Έτσι νομίζω. Έτρεμε το ποδαράκι της που κρεμόταν πού και πού. Νομίζω πως όταν κουραζόταν όρθια, το κρεμούσε. Γι αυτό δεν μας άφηνε να παίξουμε μπάλα. Για να μην κρέμεται το ποδαράκι μας και εμάς. Φαίνεται πως με την μπάλα παθαίνεις πολιομυελίτιδα. Μπορεί να έπαιζε τα μήλα η κυρία Κλειώ. Μπάλα θέλουν και αυτά.

Ένα σωρό παιδιά έχουν πάθει πολιομυελίτιδα. Απ την μπάλα μάλλον την έχουν πάθει. Αλλά και τα μωρά από την μπάλα; Η θεία η Ποθητή, που είναι και αυτή από τον Πειραιά, μου το ’λεγε πως είναι άσχημο πράγμα να παίζεις μπάλα. «Τρεις φορές έσπασε το πόδι του ο Υφαντής. Τρεις»! Έτσι μου ’χει πει, αλλά σιγά το πράγμα! Εγώ το έχω στραμπουλίσει δέκα. Μπορεί και δεκαπέντε. Σιγά το πράμα. Μου το έδενε η μάνα με ένα πανί κι ένα κρεμμύδι, σφιχτά σφιχτά και έγειανε.

Η μάνα με είχε λούσει από το μεσημέρι. Στη σκάφη με έλουσε. Στο κουζινάκι. Εκεί κάνουμε μπάνιο όλοι. Κάθε Σάββατο κάνουμε. Και ο Τάσος έκανε. Ο Τάσος που φωνάζει όλη την ώρα«Καθαρός είμαι μάνα, πάλι μπάνιο;» Αλλά η μάνα δεν τον αφήνει. Ζεσταίνει νερό στην γκαζιέρα, στη μεγάααααλη κατσαρόλα. Και βάζει μια άλλη κατσαρόλα δίπλα που δεν έχει ζεστό νερό. Παίρνει την κανάτα, παίρνει νερό από τη μια, παίρνει από την άλλη και μου ρίχνει μια στάλα στο κεφάλι. «Καίει;» με ρωτάει. Πάντα ρωτάει, αλλά μετά γίνεται πιο παγωμένο γιατί βάζει νερό από την άλλη κατσαρόλα, που δεν αχνίζει. Όταν τελείωσα μου έβαλε και λίγο κολόνια λεμόνι στα μάγουλα και στο λαιμό. Εκείνη όταν βάζει άρωμα – άρωμα λέει είναι, όχι κολόνια – το βάζει πίσω από τα αυτιά της. Με το δάχτυλο το βάζει. Τι ωραία που γίνεται τότε. Ωραία είναι η μάνα. Και καλή. Όταν βάζει τα καλά της και όταν βάζει άρωμα γίνεται ωραιότερη. «Ωραία Ελένη», τη λέει τότε ο πατέρας. «Ωραία Ελένη μου», λέει και δεν ξέρω πώς, αλλά την κοιτάει περίεργα. Πάλι τα ματιά του είναι σαν καραμελίτσες. Όχι όπως τότε που τη λέει «μουρμούρα».

Το βράδυ ο πατέρας δεν άργησε πολύ. Άργησε δηλαδή λίγο γιατί η μάνα τού είπε «τρεχάτε να προλάβετε μην κλείσει ο κουρέας και σας αφήσει απέξω και έχει γίνει σαν παπάς το παιδί».Δεν μας άφησε απέξω. Ανοικτά ήταν. «Καθίστε, έχω δυο κεφάλια, ένα σβέρκο και δυο ξυρίσματα», είπε ο κυρ Κώστας στον πατέρα και τράβηξε την κουρτίνα. Νομίζω πως κλείδωσε κιόλας. «Οχτώμισι πήγε, κάτσε να κλείσω μην έρθει ο τζόρας και μας γράψει», είπε. «Όλη την ώρα με κυνηγάει ο Αντωνάρας, ο άθλιος. Όρκο έχει κάνει να με κυνηγάει. Τι άνθρωπος!»Έτσι είπε ο κυρ-Κώστας. Αντωνάρα είπε τον χωροφύλακα, το κατάλαβα. Αντωνάρας! Και ο πατέρας είπε στον κυρ Κώστα «κούρεμα στον μικρό και ένα καθάρισμα σβέρκου σε εμένα». Έτσι κάνει ο πατέρας. Ένα Σάββατο κουρεύει το κεφάλι και άλλο Σάββατο κουρεύει το σβέρκο. Ο κυρ Κώστας φοράει άσπρη μπλούζα μακριά. Ίδια φοράει και ο γιατρός στο ΙΚΑ. Αλλά δεν είναι τόσο άσπρη του γιατρού. Του κυρ Κώστα πιο άσπρη δεν έχω ξαναδεί. Και τα χέρια του, άμα σου σπρώχνουν το κεφάλι και στο στρίβουν αργά αργά, για να σκύψεις, είναι σαν μπαμπάκι. Τι λέω σαν μπαμπάκι; Σα βελούδο είναι. Και πόσο όμορφα μυρίζουν. Όλα τα αρώματα του κήπου μας πάνω τους είναι. Η μάνα φτιάχνει τον κήπο. Μόνο η μάνα. Έχει πολλά λουλούδια εκεί. «Λουλούδι μου, σαν και εσένα είναι ο κήπος σου», της λέει ο πατέρας και τα μάτια του γίνονται και τότε σαν καραμελίτσες. Μόνο ο θείος Πάτροκλος γελάει με τον κήπο μας. Δεν γελάει άσχημα, καλά γελάει. Γελάει επειδή ο κήπος είναι μικρός, τοσοδούλης. Τοσοδούλα είναι και η αυλή μας. «Απορώ πώς χωράει το σπίτι σε αυτή την αυλίτσα», λέει ο θείος Πάτροκλος. Και κάτι άλλο λέει: «Κήπος ή γλάστρα είναι τούτος, Ελένη;» λέει στη μαμά και γελάει. «Καλαμπουρτζή» τον λέει η μαμά και γελάει και εκείνη.

Ο κυρ Κώστας μού έβαλε τη μεγάλη άσπρη πετσέτα. Πολύ μεγάλη είναι, σα σεντόνι. Στο λαιμό την έδεσε και κρεμόταν ως τα πόδια. Αλλά και πιο κάτω από τα πόδια. Ό,τι ήθελα έκανα κάτω από την πετσέτα. Και μου άρεσε. Επειδή δεν έβλεπε κανείς μου άρεσε. Ο κυρ Κώστας δεν είναι μεγάλος ούτε μικρός. Είναι τέσσερις δέκα. Δηλαδή τέσσερις επί δέκα σαράντα. Τόσο είναι, το έχω ακούσει. Και έχει δυο μεγάλες πετσέτες ο κυρ Κώστας. Τη μια την τινάζει ο πιτσιρίκος και την άλλη τη βάζει στους ανθρώπους που κουρεύονται. Όμορφο πράγμα να είσαι πιτσιρίκος στον κουρέα. Κάνεις έτσι, έτσι, έτσι με τη βούρτσα στα ρούχα των κουρεμένων. Όλο εικοσάρες μαζεύεις. Πρέπει να κάθεται πλάι στον κουρέα και να βλέπει για να μαθαίνει, για να γίνει και αυτός κουρέας μια μέρα. Όρθιος βλέπει. Αλλά δεν κάθεται πάντα. Έρχεται κοντά μου που περιμένω και μιλάμε. Παίζουμε καμιά φορά. Στα κρυφά παίζουμε αυτοκινητάκια. Δεν έχουμε αυτοκινητάκια αλλά κάνουμε πως έχουμε και τα οδηγάμε. «Βζζζζζιιιιιινννν, βγήκα πρώτος», και όλο στρίβουμε το τιμόνι.

Κάτω από την πετσέτα τού κουρέα κάνω ό,τι θέλω. Ας πούμε μουντζώνω! Όπου να ’ναι μουντζώνω, αλλά δεν ξέρω πού. Κανέναν δεν μουντζώνω. Έτσι στην τύχη μουντζώνω γιατί η μαμά δεν με αφήνει να κάνω άσκημα πράγματα και εγώ μουντζώνω κάτω από την πετσέτα για να βγάλω το άχτι μου. Και κάνω και άλλα κάτω από την πετσέτα. Βάζω το κοντό δάχτυλο, αυτό το χοντρό, πάνω στο διπλανό του και κάνω κωλοδάχτυλο κάτω από την πετσέτα.

Ο Κάρολος μου το έχει μάθει αυτό το κόλπο. Το κωλοδάχτυλο δηλαδή το έμαθα από το Κάρολο. «Άμα σε πειράζουν, να κάνεις έτσι τα δάχτυλα σου και να τους το κουνάς κοντά τους, όσο πιο κοντά, στη μούρη τους μπροστά να το κουνάς», μου είχε πει ο Κάρολος. Ο Κάρολος όλη την ώρα τσακώνεται. Τον δέρνουν αλλά και δέρνει κιόλας. Έχει δύναμη ο Κάρολος και τσαντίζεται συνέχεια. Και όλη την ώρα κωλοδάχτυλο τους κάνει. Μέσα στη μούρη τούς το κάνει. Μέσα στα μάτια τους. Αλλά εγώ μόνο κάτω από την άσπρη πετσέτα το κάνω. Γιατί δεν πρέπει να το κάνω μπροστά στους άλλους. Ντροπή είναι. Κακό πράμα.
Ο κυρ Κώστας κούρεψε τους σβέρκους, κούρεψε τα κεφάλια, κούρεψε εμένα και το μπαμπά και φύγαμε. Δηλαδή δεν φύγαμε. Πήγαμε να φύγουμε και απέξω ήταν ο χωροφύλακας. Με το μουστάκι ήταν. Χοντρό μουστάκι και χοντρά φρύδια και χοντρές τρίχες στα αυτιά και με καθαρό σβέρκο. Καθόλου τρίχες στο σβέρκο. «Καλώς τον κυρ Αντώνη», είπε ο μπαμπάς.

Μανουλίτσα μου πόσο σιγανά το είπε. Πολύ σιγανά. «Καλώς τον κυρ Αντώνη». Δεν τον άκουσε ο κυρ Αντώνης. Γιατί το είπε πολύυυυυ σιγανά και έτρεμε η φωνή του. Σαν φυλλαράκι έτρεμε ο καημένος ο πατέρας. «Εσύ Κώστα δεν βάζεις μυαλό» είπε ο χωροφύλακας στον κυρ-Κώστα τον μπαρμπέρη. Άγρια το είπε και μου φάνηκε ότι έσταξε αίμα από το μουστάκι του. Από την άκρη έσταξε. «Εσύ Κώστα όσες κλήσεις και να φας, μυαλό δεν βάζεις», και τράβηξε από την κωλότσεπη ένα τετραδιάκι. Σαν όπλο το τράβηξε. Όπως οι καουμπόηδες στα καουμπόικα. Τσαντίλας μου φαινόταν. Πολύ θυμωμένος. Μου φαίνεται ότι είναι πολύ άσκημο να είναι ανοικτά το κουρείο νύχτα. Μπορεί να φοβάται το έγκλημα. Και έχει κάτι ξυράφια ο κυρ Κώστας, σα μαχαίρια είναι. Και όλο τα ακονίζει πάνω σε ένα λουρί. Φραπ. Φρουπ. «Δέκα η ώρα και ακόμα να κλείσεις. Από τις οχτώμισι και ακόμα να κλείσεις. Αλλά δεν βάζεις μυαλό»είπε ο χωροφύλακας.
Ο κυρ Κώστας τον άκουγε. Τον άκουγε; Σαν πεθαμένος ήταν. Όρθιος αλλά σαν πεθαμένος. Γιατί ήταν άσπρος. Όχι μόνο η μπλούζα του ήταν άσπρη, όλος ήταν άσπρος. Και δεν κοκκίνισε ούτε όταν πήρε το χαρτί από το τετραδιάκι τού χωροφύλακα. Ούτε όταν έφυγε ο χωροφύλακας έγινε πάλι καλά το πρόσωπό του. «Ο μπινές, μου έχει πιει το αίμα, ο μπινές»,είπε και μπήκε στο κουρείο. Αργά μπήκε. Πολύ αργά. Σα γέρος περπατούσε. «Πάμε, πάμε να φύγουμε», είπε πάλι σιγανά ο πατέρας και με έπιασε από το χέρι, αλλά δεν πρόλαβα. Δεν πρόλαβα να λύσω τα δάχτυλά μου. «Τι κάνεις εκεί βρε Πετράκη;» ρώτησε αλλά δεν ξαναρώτησε. Έτσι ρώτησε, αφηρημένα και δεν άκουγε τι του έλεγα. Που τίποτα δεν του είπα δηλαδή αλλά και να του έλεγα πάλι δεν θα άκουγε. Δεν θα του έλεγα δηλαδή ότι έκανα κωλοδάχτυλο. Στο σκοτάδι το έκανα. Είχα απλωμένο το χέρι εκεί που είχε φύγει ο χωροφύλακας και έκανα κωλοδάχτυλο. Κρυφά όμως. Να μη το δει κανείς.

Παρασκευή, 10 Μαρτίου 1964

(Απομαγνητοφώνηση 23 Φεβρουαρίου 2009)

'Ετσι!

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2011

Κατάμαυρη αρχή!

Ο χρονιά ως προς τις ευρωπαϊκές του βλέψεις ξεκίνησε για τον Παναθηναϊκό με το χειρότερο τρόπο. Η Οντένσε, μια ομάδα μέτριου έως μικρού βεληνεκούς, αλλά καλύτερη τη δεδομένη στιγμή από τον Παναθηναϊκό, πέταξε έξω από το δρόμο προς τους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ το «τριφύλλι» που είχε τρύπια άμυνα και όποτε η Οντένσε ήθελε να χτυπήσει επιθετικά το πετύχαινε με εντυπωσιακή ευκολία. Έτσι, οι Δανοί έφτασαν στη νίκη με 4-3 που τoυς φέρνει στην επόμενη φάση για τη διεκδίκηση μιας θέσης στους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ.
+/- Δείτε περισσότερα


Η πρώτη ψυχρολουσία για τον Παναθηναϊκό ήρθε στο 12΄ οπότε η Οντένσε προηγήθηκε με τον Γιόχανσον ύστερα από αποτυχημένη προσπάθεια του Μπουμσόνγκ να απομακρύνει με το κεφάλι και λανθασμένη προσπάθεια του Τζόρβα να διώξει με γροθιές την μπάλα. Στο 35΄ ο Παναθηναϊκός ισοφάρισε με καρφωτή κεφαλιά του Μπουμσόνγκ ύστερα από κόρνερ του Νίνη.

Στο 50’ το Τοτσέ με άμεση αντίδραση (ύστερα από απόκρουση του τερματοφύλακα σε ενέργεια του Κατσουράνη) έδωσε το προβάδισμα στον Παναθηναϊκό, ενώ αμέσως μετά (51’) ο Νίνης είχε δοκάρι ύστερα από ωραία μεταβίβαση του Κλέιτον. Στο 58΄ ήρθε το δεύτερο χτύπημα των Δανών με τον Ρούουντ που διαμόρφωσε το 2-2. Στο 80΄ ο Κάντριι και στο 87΄ ο Αντρέασαν με κεραυνό έφτασαν το σκορ σε επίπεδα διασυρμού, ενώ στις καθυστερήσεις ο Πετρόπουλος μείωσε σε 3-4!

Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2011

Οδηγός διακοπών

Ο ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ BADDOG. Πριν φύγω για διακοπές, είπα να ξεφύγω λίγο από την αθλητική επικαιρότητα και να προσφέρω στο αγαπημένο αναγνωστικό κοινό του HARDDOG τη σοφία ενός σκύλου. Έναν οδηγό διακοπών:
1) Δεν τρώμε ποτέ αστακομακαρονάδα, για να μην μας πιάνουν τον κώλο τσάμπα και βερεσέ. Πρώτον, άμα βρεις αστακό φρέσκο σε ταβέρνα τον Ιούλιο να μου τρυπήσεις τη μύτη και τον Αύγουστο για να καλυφθεί τόση ζήτηση δεν φτάνει ένας... Ατλαντικός!
2) Πρέπει να είσαι πολύ... Ελληνας για να γυρίσεις από τη Μύκονο και να καυχιέσαι ότι πέρασες από το nammos (δηλαδή πλήρωσες 7 ευρώ τον freddo σε πλαστικό, κοινώς μπατιρομαλάκας!).
+/- Δείτε περισσότερα


3) Δεν πάμε 10 μέρες διακοπές προσπαθώντας να... ανακαλύψουμε τις 20 καλύτερες παραλίες του μέρους όπου πήγαμε! Για ποιο λόγο; Θα τις αγοράσουμε; Διακοπές πάμε, όχι να παίξουμε τους μεγάλους εξερευνητές!

4) Δεν πηγαίνουμε διακοπές με... κουλτούρα παρέα, για να επισκεφτούμε όλα τα μοναστήρια, τα λαογραφικά μουσεία, τους αρχαιολογικούς χώρους και τα ξωκλήσια του μέρους όπου πάμε! Η Ελλάδα έχει τόσα μοναστήρια που δεν φτάνουν δέκα ζωές για να τα επισκεφτείς!

5) Δεν επιδιώκουμε να παίξουμε με γυναίκα τάβλι, είναι χάσιμο χρόνου και ξενέρωμα! Εκτός αν δεν γίνεται αλλιώς...

6) Δεν γυρίζουμε από τις διακοπές λέγοντας ότι βρήκαμε ένα εστιατόριο με πολύ καλό φαγητό, εξαιρετικές τιμές και τα ρέστα. Ολοι το ίδιο λένε. Ολον αυτόν τον κατιμά που σερβίρουν τα χιλιάδες φαγάδικα των τουριστικών περιοχών ποιοι τον τρώνε, αφού υποτίθεται ότι όλοι μας τρώμε ποιοτικά στις διακοπές; Τρώμε απλώς και δεν κάνουμε τους ξύπνιους.

7) Δεν ψωνίζουμε σουβενίρ. Πόσα πήλινα τασάκια και πόσα μαγνητάκια με... «Corfu», «Sifnos», «Thasos», «Skiathos» κλπ. να έχεις στο σπίτι σου; Ούτε τοπικά προϊόντα ψωνίζουμε. Γιατί να πας στη Σύρο για να φέρεις λουκούμια; Συριανά λουκούμια έχει και ο «Βασιλόπουλος»! Και ποια φάβα Σαντορίνης; Πού τη βρήκε τόση φάβα η Σαντορίνη; Ενα σακουλάκι να πάρει ο καθένας θα έπρεπε η καλλιεργήσιμη έκταση να είναι σαν τη Σιβηρία. Και πόσα γλυκά του κουταλιού να πας στη μαμά σου, τη θεία σου, τη γειτόνισσά σου κάθε χρόνο; Από σάκχαρο θα πάνε!

8) Δεν μασάμε με... ηλιοβασιλέματα και μαλακίες! Κάθε μέρος πουλάει κι ένα ηλιοβασίλεμα.

9) Δεν ψηνόμαστε, χωρίς να το ψάξουμε οι ίδιοι, από γνωστούς και φίλους που έχουν να μας προτείνουν σούπερ κατάλυμα! Κάποτε γνωστός μ' έστειλε σε ξενοδοχείο στην Κέρκυρα δίπλα στη θάλασσα, με την... ιδιαιτερότητα ότι το ξενοδοχείο ήταν δίπλα στο διάδρομο προσγείωσης - απογείωσης που στο συγκεκριμένο αεροδρόμιο μπαίνει μέσα στη θάλασσα! Κάθε πέντε λεπτά κι ένα τσάρτερ!

10) Αποφεύγουμε τοπικές γιορτές του στυλ «Γιορτή της σαρδέλας», «Γιορτές Λόγου και Τέχνης» κλπ. Είμαστε γραφικοί, δεν χρειάζεται να γινόμαστε περισσότερο!

11) Δεν κάνουμε κάμπινγκ μετά τα 18. Αν μας συναρπάζει τόσο το... κάμπινγκ, περιμένουμε να μας δώσει την ευκαιρία ο στρατός όταν πάμε φαντάροι! Οχι δέκα μέρες διακοπές και άλλες δέκα για ξεκούραση.

12) Αν μας λείπουν αποδείξεις για την Εφορία και περιμένουμε να συμπληρώσουμε στις διακοπές, απλούστατα δεν πηγαίνουμε στη Χαλκιδική! Σπανίζει το είδος, δεν πολυδίνουν...

13) Αποφεύγουμε σε ξαπλώστρα στη Χαλκιδική να διαβάζουμε «Πράσινη», «Γαύρο», «Κιτρινόμαυρη Ώρα», διότι στην καλύτερη περίπτωση από τις διπλανές παρέες θα μας σχολιάζουν χαμηλόφωνα...

14) Δεν «τσιμπάμε» στα περί «μοναδικής κρητικής φιλοξενίας». Στα τουριστικά μέρη της Κρήτης είναι όπως παντού, και ίσως και χειρότερα...

15) Δεν βάζουμε (όσοι χρησιμοποείτε) τα βατραχοπέδιλα πριν μπούμε στο νερό, για ευνόητους λόγους. Μάλλον δεν είναι τόσο ευνόητοι, γιατί έχει παρατηρηθεί (και αυτό) το φαινόμενο...

16) Προσέχουμε το μάτι στην παραλία όταν συνοδευόμαστε και όταν συνοδεύεται το «αντικείμενο του πόθου»...

17) Όταν έχεις παιδί δεν πηγαίνεις σε νησί που δεν είναι πρωτεύουσα νομού, άρα δεν διαθέτει νοσοκομείο. Διότι αν τύχει η στραβή, άντε να περιμένεις ελικόπτερο του ΕΚΑΒ στην... Κίμωλο. Και αν έρθει, άντε να είσαι σίγουρος ότι δεν θα πέσει!

18) Αν ταξιδεύουμε οδικώς και εμπλακούμε σε ατύχημα με επικαθήμενη νταλίκα να έχουμε υπόψη μας ότι άλλον αριθμό κυκλοφορίας και άλλο ασφαλιστήριο έχει το φορτηγό και άλλον αριθμό και άλλο ασφαλιστήριο -ενδεχομένως κι ασφαλιστική εταιρία- το φορτίο που είναι κοτσαρισμένο πίσω του. Εκ πείρας, προσευχόμαστε να μην μπλέξουμε σε τέτοια περιπέτεια... Αν δεν είμαστε θρήσκοι, απλώς δεν προσευχόμαστε...

19) Αν έχουμε tattoo ποδοσφαιρικής ομάδας δεν πηγαίνουμε όπου κι όπου. Έχω παράδειγμα γνωστού που παλιότερα, όταν στην Ίο μαζεύονταν... διάφοροι, τον μπάνισαν από την αποβάθρα κι αναγκάστηκε ν' αλλάξει προορισμό!

20) Εάν πάμε σε Λαγανά, Κάβο, Μάλια κλπ, οπουδήποτε είναι τίγκα στους Εγγλέζους, πρέπει να προσέχουμε ορισμένα πράγματα τα βράδια... Και σε μπαρ, και όταν οδηγούμε, μη μας έρθει κάνα μπουκάλι κατακέφαλα!

21) Είμαστε προσεκτικοί όταν οδηγούμε στην Κρήτη, ίδιως όσο ανηφορίζεις... Οσα ξέρατε περί οδικής συμπεριφοράς δεν ισχύουν για τα παλικάρια της κρητικής υπαίθρου!..

22) Δεν επιχειρούμε με την... ταυτότητα του ΚΑΡ να μπούμε δωρεάν ή με έκπτωση σε πλοίο ή σε κάποιο μέρος. Δεν περνάει πουθενά!

23) Όταν μιλάμε στο κινητό στην παραλία, δεν φωνάζουμε και κυρίως δεν λέμε δυνατά ονόματα και διευθύνσεις. Ποτέ δεν ξέρεις...

24) Όταν πάμε σε ξενοδοχείο με «βραχιολάκι», δεν τρώμε τα πάντα, από την ώρα που θα ξυπνήσουμε ώς την ώρα που θα κοιμηθούμε, μόνο και μόνο επειδή τα προσφέρει το all inclusive πακέτο. Μας κοιτάζει το προσωπικό και ψιθυρίζει «πού τους βρήκαμε αυτούς τους λιγούρηδες;».

25) Δεν διαβάζουμε στην παραλία ούτε... «Σούπερ Κατερίνα» ούτε «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους» του Ένγκελς. Και στις δύο περιπτώσεις γελάνε μαζί μας και τα βότσαλα!

26) Δεν βουτάμε κεφάλι σε πισίνα όταν έχει παιδιά, αποδεδειγμένο ότι κάποιο απ' όλα, κάποια στιγμή θα κατουρήσει!

27) Δεν πηγαίνουμε σε δύσβατες παραλίες, που θες ακόμη και σκοινιά για να ανεβοκατέβεις. Διακοπές κάνεις, όχι απόβαση στη Νορμανδία!

28) Αν πάμε διακοπές με άλλο ζευγάρι, υπολογίζουμε την πιθανότητα ότι μπορεί να τσακωθεί το άλλο ζευγάρι. Οπότε συνεκτιμούμε πόσο συχνά τσακώνεται το συγκεκριμένο ζευγάρι, πώς τσακώνεται και τι εναλλακτικές έχουμε αν μας κάτσει η κέντα. Το καλύτερο, είναι να μην πάμε με άλλο ζευγάρι!

29) Όταν είμαστε αραχτοί στην ξαπλώστρα, το βλέμμα και η ακοή είναι πάντα σε λειτουργία. Η παρατηρητικότητα είναι προσόν ενός καλού δημοσιογράφου.

30) Δεν αφήνουμε το έτερον ήμισυ να πάρει στο τηλέφωνο τη μαμά της και να της λέει «περνάμε υπέροχα...»!. Και χάλια να περνάει, πάλι το ίδιο θα έλεγε στη μαμά για να μην ανησυχήσει. Τσάμπα οι μονάδες! Πιο βαρετό και προβλέψιμο και από τα μελτέμια τον Αύγουστο!

31) Δεν βγάζουμε όλη την ώρα φωτογραφίες. Μετά πρέπει να παίρνεις άλλες δέκα μέρες άδεια για να δεις τις φωτογραφίες που τράβηξες και σου τράβηξαν τις προηγούμενες δέκα μέρες!

32) Φροντίζουμε να τσεκάρουμε πού θα είναι το ίδιο διάστημα ανεπιθύμητοι γνωστοί μας, μην τους βρούμε ξαφνικά μπροστά μας! Μου έχει τύχει μέχρι και στο εξωτερικό. Παθαίνοντας μαθαίνεις...

33) Δεν λέμε ποτέ στην εργασία μας ότι βρισκόμαστε σε κοντινή απόσταση στην Αθήνα ή σε μέρος που δεν χρειάζεται πλοίο ή αεροπλάνο για να επιστρέψουμε. Γιατί αν θέλουν να μας ανακαλέσουν άρον άρον για κάποιο λόγο, τη βάψαμε! Πολλοί δημοσιογράφοι την έχουν πατήσει έτσι...

34) Δεν γκρινιάζουμε για τα κουνούπια! Αφού όπου και αν πηγαίνουμε, κάθε χρόνο κουνούπια συναντάμε!

35) Δεν παίρνουμε όλη μας την προίκα στις διακοπές. Αφού το ξέρουμε, ότι κάθε χρόνο τα μισά απ' όσα κουβαλάμε δεν τα χρησιμοποιούμε ποτέ.

36) Οταν είμασττε άτεκνοι, επιλέγουμε πρώτα προορισμό που θα πάμε και κατόπιν σε ποιο κατάλυμα. Όταν αποκτάμε παιδιά, επιλέγουμε πρώτα κατάλυμα και σε δεύτερη μοίρα σε ποιο νησί ή ποια στεριά βρίσκεται.

37) Δεν κολυμπάμε με χαρτονομίσματα στις τσέπες του μαγιό!

38) Δεν πηγαίνουμε στα Κουφονήσια και διαμαρτυρόμαστε ότι δεν είναι καλά για κλάμπινγκ, ούτε στη Νάουσα της Πάρου ότι δεν έχει ησυχία. Δεν είναι όλα τα μέρη για όλα τα πράγματα!

39) Δεν πάμε σε καφενείο παραδοσιακού χωριού να ζητήσουμε Μοχίτο! Αρκετά «ψώνια» έχει δει ο μπάρμπας που διατηρεί το καφενείο, δεν του χρειάζεται άλλο ένα!

40) Αν είμαστε σε νησί του Ανατολικού Αιγαίου και ακούσουμε στις ειδήσεις ότι επίκειται χρεοκοπία της χώρας, σηκώνουμε τις όποιες καταθέσεις μας και πεταγόμαστε απέναντι για να τις βάλουμε στην... Τurkish Bank! Αν δεν έχουμε καταθέσεις, πεταγόμαστε απέναντι για να φάμε και τα υπόλοιπα λεφτά που έχουμε επάνω μας, δεν θα ξανάχουμε την ευκαιρία!

Τι θα έκανα αν ήμουν (λέμε τώρα…) Μαρινάκης

ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ Ilias_Chania. Αν μου έπεφτε κάποιος λόγος στον Ολυμπιακό, αν ήμουνα ο Μαρινάκης ας πούμε, δε θα άφηνα κανένα παίχτη να φύγει από αυτούς που δε θέλει ο Βαλβέρδε, ακόμα και τους Επστάιν-Ζαϊρί. Θα τους έδινα δανεικούς και ο λόγος είναι απλός: του χρόνου η ομάδα θα έχει καινούργιο προπονητή γιατί ο Βαλβέρδε δεν θα μείνει, είναι σίγουρο αυτό. Έκανε το αγροτικό του και θα γυρίσει στην Ισπανία. Μπορεί λοιπόν ο καινούργιος κάποιους από αυτούς να τους θέλει και να τους εμπιστευτεί.
+/- Δείτε περισσότερα



Θα φώναζα λοιπόν το Μαθία (αν και είμαι σίγουρος ότι θα τα κάνει μαντάρα) και θα του έλεγα «βρες τους ομάδες στο εξωτερικό να παίξουν όλοι, ακόμα και οι Νέμεθ – Λεονάρντο, και του χρόνο βλέπουμε ποιούς θα διώξουμε».

Μετά θα καθόμουνα με το τιμ και θα τους έδινα εντολή: «Ψάξτε τον αντικατάσταση του»! Γιατί, κάποια στιγμή πρέπει να καταλάβουμε ότι πρέπει να γίνεται όπως το εξωτερικό, οι ομάδες μας δηλ. να έχουν ένα συγκεκριμένο αγωνιστικό στιλ είτε αυτό λέγεται «τσουκου-τσουκου-μπολ» είτε «γιούρια» είτε «βαθιές λακτές και από κοντά τσι παίκτες» (που έλεγε και ένας προπονητής μου), ό,τι πρέπει επιτέλους για να υπάρχει μία συγκεκριμένη αγωνιστική φιλοσοφία που θα τη μαθαίνουν από τα τσικό της ομάδας και θα την εφαρμόζουν όλοι όπως κάνει η Μπαρτσελόνα.

Σαν Μαρινάκης θα έπρεπε από πέρσι να είχα βάλει έναν βοηθό προπονητή να μαθαίνει, αλλά αφού αυτό δεν έγινε βρίσκεις κάποιον αντίστοιχο προπονητή από τώρα και τον παρακολουθείς. Ας είναι και από τα βάθη της Ασίας, δε με νοιάζει. Αρκεί να έχει την ίδια αγωνιστική φιλοσοφία με το Βαλβέρδε, αφού αυτή αρέσει στους οπαδούς και ταιριάζει με το στιλ της ομάδας.

Η εντεκάδα του Βαλβέρδε πάνω-κάτω είναι γνωστή από τώρα: Κονστάντσο, Τοροσίδης (δε πιστεύω ότι θα φύγει), Αβραάμ, Μέλμπεργκ-Μαρκάνο, Αγνωστος Χ(η μεταγραφή που θέλαμε από πέρσι και όλο γίνεται, κι αν δε γίνει Μοντεστό), Ιμπαγάσα (όσο αντέχει παίζει), Ριέρα τιτίκα (να φανταστείτε ότι στο επίσημο site της Λίβερπουλ όταν έφυγε οι οπαδοί κάνανε πάρτι, μιλάμε για μεγάλο παλτό), Μιραλάς (εδώ θα υπάρξει θέμα γιατί ο Μιραλάς θέλει και πρέπει να παίζει κορυφή αλλά ο Βαλβέρδε του έστειλε το sms από τα φιλικά ότι τον έχει για δεξιά), Φούστερ, Τζιμπουρ, με Γεστε – Μοδεστό - Χαβίτο να είναι υποψήφιοι ενδεκαδάτοι.

Οι παίχτες που αδικήθηκαν πέρσι θα αδικηθούν και φέτος με αρχηγό το Ρόμενταλ (που θα μείνει γιατί δε τον παίρνει κανείς). Οι μισοί από αυτούς όταν φύγει ο Βαλβέρδε θα φύγουν, ή αν μείνουν δε θα παίζουν. Γι’ αυτό κρατάς επαφή με τον Παπασταθόπουλο και τον φέρνεις το άλλο καλοκαίρι που θα συνταξιοδοτηθεί ο Μέλμπεργκ (κακώς δεν τον έφερες από τώρα), έχεις καβάντζα τους δανεικούς που θα έχεις δώσει, θα έχουν στρώσει χαρακτήρα τα σερβάκια (ο Γριμπιτς κανονικά πρέπει να μείνει αλλά βλέπεις δε μιλάει ισπανικά όπως ο Χαβίτο και πιάνει θέση ξένου), όποτε θα είναι πιο εύκολα τα πράματα για τον νέο προπονητή. Γιατί κάποιους από αυτούς θα τους αξιοποιήσει σίγουρα.

Τα Ελληνόπουλαμην περιμένετε να τα εμπιστευτεί. «Φετφα» και λοιποί είναι καταδικασμένοι μεταξύ πάγκου εξέδρας, άντε να γράψουν κανένα λεπτό συμμετοχής σε αγώνες κυπέλλου. Ο Βαλβέρδε όπως έχει κάνει μέχρι τώρα δε πρόκειται να τους εμπιστευτεί με τίποτα.

Στο CL μην περιμένετε πολλά. Πρέπει να μας κάτσει εύκολος όμιλος που τώρα πια είναι δύσκολο, όλες οι ομάδες που συμμετέχουν είναι σε πολύ καλό επίπεδο. Για το πρωτάθλημα δε συζητάω ακόμα τίποτα, έχουμε καιρό.

ΥΓ1: Είναι η δεύτερη φορά που ο ίδιος προπονητής πέφτει στο ίδιο λάθος και αποδεικνύεται πως δε ξέρει να κάνει μεταγραφές και δεν έχει μάτι. Στην πρώτη του θητεία μας φόρτωσε τον Οσκαρ και απέρριψε τον Λέτο ,τώρα τον Ουρτάδο και απέρριψε τον Ρόμεντα. Τι άλλο πρέπει να γίνει για να καταλάβουν στην πλατεία Αλεξάνδρας ότι δε πρέπει να τον ρωτάνε αλλά να αποφασίζουν μόνοι τους. Πολλές φορές θυμάμαι την ατάκα που είχε πει ο Κόκκαλης: «πρέπει να βάζει κάποιος τα λεφτά και να ξέρει και από μπάλα». Καλά έκανε που όταν του ζητάγατε παίχτες αυτός έφερνε όποιους γούσταρε και τους έγραφε. Να δούμε τι θα βγει ο Γεστε.

ΥΓ2:
Αυτός που εισηγήθηκε την αποχώρηση του Κυριάκου Παπαδόπουλου πρέπει να συλληφθεί και να φυλακιστεί. Από τη μία χαίρομαι που το παλικάρι καθιερώθηκε στη Σάλκε και γλίτωσε από τα χέρια του Ισπανού που θα τον είχε πεταμένο στο πάγκο, από την άλλη όμως στεναχωριέμαι που χάσαμε έναν τέτοιο παιχταρά σε θέση που πονάμε.

Το νησί με τους… 700 τυφλούς!

Στην αρχή πίστεψαν ότι ο μεγάλος αριθμός τυφλών που ανακαλύφθηκε τυχαίως σ΄ ένα από τα ωραιότερα νησιά του Ιονίου οφειλόταν σε κάποια επιδημία που είχε κτυπήσει το νησί, προ ετών. Αλλωστε, οι περισσότεροι τυφλοί είχαν έγγραφα, πιστοποιητικά και λάμβαναν επί σειρά ετών προνιακά επιδόματα από βρεφική ηλικία. Στα πιστοποιητικά έγραφαν ότι είναι τυφλοί εκ γενετής. Δεν είδαν ποτέ το φως τους.
+/- Δείτε περισσότερα



Έλα όμως που το μεγάλο ποσοστό τύφλωσης που εμφάνιζε το νησί αυτό κίνησε την προσοχή του επιστημονικού δυναμικού της χώρας, του υπουργείου Υγείας, αλλά και του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων

Δύο υπουργεία έψαχναν να ανακαλύψουν γιατί στο νησί αυτό τόσοι πολλοί τυφλοί, πλην όμως δεν μπορούσαν να εντοπίσουν την αιτία του κακού. Έως ότου ήλεγξαν τα πιστοποιητικά των τυφλών και εκεί τους περίμενε μια μεγάλη έκπληξη. Δεκάδες απ΄αυτούς έχασαν το φως τους με γνωμάτευση μίας υγιεινομικής επιτροπής που είχαν ορίσει οι πολιτικές αρχές της χώρας και, κατά σύμπτωση, πάντοτε σε προεκλογική περίοδο!

Τον έλεγχο ανέλαβε το υπουργείο Υγείας και συγκεκριμένα ο υφυπουργός κ. Μάρκος Μπόλαρης, ο οποίος δεν χρειάσθηκε και πολλή ώρα για να εντοπίσει τους... μαϊμού τυφλούς. Τα στοιχεία που ανακάλυψε ήταν συντριπτικά: Από τους 35.000 κατοίκους του νησιού, οι 700 εμφανίζονταν επισήμως τυφλοί: «Το 2% του πληθυσμού εμφανιζόταν ότι είναι τυφλό», βεβαίωσε ο υφυπουργός σε συνομιλία του που είχε με «Το Βήμα».

Από σήμερα άρχισαν οι έλεγχοι και οι επανακρίσεις όσων δηλώνουν τυφλοί. Από τα έως τώρα στοιχεία βγαίνουν, λένε, θεαματικά αποτελέσματα και αναμένεται να πέσει βαρύς ο πέλεκυς σ΄ όσους έχουν παρανομήσει.

Άλλωστε όπως βεβαιώνει ο υφυπουργός ο έλεγχος στα προνιακά επιδόματα (που κοστίζουν στον φορολογούμενο περί τα 6,4 δισ. ευρώ ετησίως) θα γίνει λεπτομερειακώς: « Όσοι δεν τα δικαιούνται ή τα απέκτησαν με ψευδή παραστατικά θα τα χάσουν και θα πληρώσουν και πρόστιμο, ώστε να εξοικονομηθούν χρήματα και να τα εισπράξουν αυτοί που πρέπει», λέει ο κ. Μπόλαρης.
Επίσημες ανακοινώσεις πρόκειται να γίνουν αύριο από τον υφυπουργό.

(Το θέμα είναι από tovima.gr)