Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014

Ένα διήγημα για τον Λινοξυλάκη

ΑΠΟ ΤΙΣ ΜΑΓΝΗΤΟΦΩ- ΝΗΜΕΝΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΠΙΤΣΙΡΙΚΟΥ ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΗΣ 10ΕΤΙΑΣ ΤΟΥ '60 ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ 10ΕΤΙΑΣ ΤΟΥ ΄70 

Ο Κώστας Λινοξυλάκης, μια μεγάλη ποδοσφαιρική μορφή στην εποχή του, χθες, έφυγε από τη ζωή στα 81 χρόνια του. Με τη - δυσάρεστη – ευκαιρία, δημοσιεύουμε ξανά (μετά από τρία χρόνια) ένα από τη διηγήματα ανέκδοτης συλλογής το οποίο αναφέρεται μεταξύ άλλων σε ένα καταπληκτικό δικό του ανάποδο ψαλίδι πάνω τη γραμμή του τέρματος, με το οποίο αποσόβησε τόσο θεαματικά σίγουρο γκολ. Τα διηγήματα είναι αφηγήσεις ενός πιτσιρικού που μιλάει (στη δεκαετία του ΄60 και του '70) από τα 6 ως τα 16 του χρόνια, μπροστά στο παλιό μαγνητόφωνο, για απλές καταστάσεις, πρόσωπα, συνήθειες μιας εποχής που υπάρχει ακόμα στις αναμνήσεις όλο και λιγότερων ανθρώπων. Και σήμερα πια, όσα πάρλαρε τότε μπροστά στο μικρόφωνο, τα απομαγνητοφωνεί από την μπομπίνα που είχε... διωχθεί ανελέητα εκείνη την εποχή, αλλά και διασώθηκε ώς τις μέρες μας και βρέθηκε, παραδόξως, μέσα από μια κατεδάφιση. Επιλέξαμε την ιστορία «Το ψαλίδι του Λίνου», σήμερα που το ελληνικό ποδόσφαιρο αποχαιρετά αυτή τη μεγάλη αθλητική μορφή.


Το ψαλίδι του Λίνου

Ο πατέρας λέει πως θα πάμε στον κουρέα. Το Σάββατο θα πάμε. Το Σάββατο το βράδυ «θα πεταχτούμε σ’ του Κώστα του Αλιφραγκή». Ο κυρ Κώστας είναι ο πιο καθαρός άνθρωπος στον κόσμο. Τι λέω στον κόσμο; Σε όλον τον κόσμο είναι πιο καθαρός. «Κοίτα να μη σε πάρει η νύχτα πάλι», λέει η μαμά στον πατέρα. «Να σκολάσεις νωρίς για να προλάβεις τον μπαρμπέρη, μην τον βρεις κλειστό». Θα πάμε στον κουρέα ή στον μπαρμπέρη; Αυτοί με μπερδεύουν μωρέ. «Μώρα και κασίδα», μου φωνάζουν όταν λέω «μωρέ». Δεν θυμάμαι ποιος μου το φωνάζει. Όλοι. Μπορεί και όλοι. Η γιαγιά Ματίνα, η θεία Αθανασία, η θεια Κατερίνα, η θεία Ποθητή. Μόνο ο παππούς Κώστας δεν μου φωνάζει «μώρα και κασίδα» όταν λέω «μωρέ». Γελάει μόνο. «Α, ρε μπαγάσα, α ρε μπαγάσα». Το λέει πολλές φορές ο παππούς Κώστας αυτό. Και κουνάει το κεφάλι, να έτσι: μια πίσω, μια μπροστά, μια μπροστά μια πίσω.

«Και αν σε κρατήσουν πάλι στη δουλειά ως τις οκτώ πότε θα πάτε στον μπαρμπέρη;» μουρμουράει η μαμά. Έτσι είναι η μάνα. «Μουρμούρα» τη λέει ο πατέρας. Και καμιά φορά τής λέει «γλυκιά μου μουρμούρα», και την κοιτάει στα μάτια με τα μάτια του. Σαν καραμελίτσες είναι τότε τα μάτια του. Γλυκά που είναι! Και κάτι άλλο της λέει άμα νευριάζει, που δεν νευριάζει δηλαδή. «Μπούρου» τής λέει, αλλά πολλές φορές. «Άσε το μπούρου, μπούρου, μπούρου, βρε γυναίκα». Και κάτι άλλο λέει ο πατέρας. «Χριστέ μου ο Ιακώβ είμαι και σε αντέχω;» λέει σιγανά. Αλλά γελάει, σαν αστεία να το λέει, όχι τσαντισμένος. Πάντα γελάει ο πατέρας. Δεν ξέρω αν το λέει ακριβώς έτσι. Σαν άλλο όνομα λέει – όχι Ιακώβ. Νομίζω Ιώβ λέει. «Χριστέ μου Ιώβ είμαι και σε αντέχω;». Μέσα από τα δόντια του το λέει και μετά λέει της μαμάς. «Θα προλάβουμε, δεν κλείνει ο μπαρμπέρης το Σάββατο».

Ο κυρ Κώστας ποτέ δεν κλείνει. Μπορεί και όλη τη νύχτα να είναι εκεί. Έτσι μου φαίνεται. Μπορεί και μέχρι τις 11, όλη τη νύχτα δηλαδή. Τότε τελειώνει η νύχτα. Στις 10, στις 11, άντε στις 12. Μετά, όταν κοιμόμαστε, έχει φύγει η νύχτα. Σα να έχει φύγει δηλαδή. Τραβάει όμως την κουρτίνα στα τζάμια ο κυρ Κώστας και χαμηλώνει το φως. «Είναι οχτώμισι, κάτσε να τραβήξω την κουρτίνα μην έρθει ο χωροφύλακας». Έτσι λέει. «Τζόρα» λέει τον χωροφύλακα.«Είναι οχτώμισι, κάτσε να τραβήξω την κουρτίνα μην έρθει ο τζόρας».

Δεν ξέρω αν είναι ο ίδιος χωροφύλακας που θέλει να φωνάξει η θεία Αθανασία όταν δεν τρώω το φαγηγό μου. Αλλά εγώ τρώω όταν ακούω για τον χωροφύλακα. Τον φοβάμαι. Όλοι τον φοβούνται. Τον φοβούνται και οι μεγάλοι που τους φοβόμαστε εμείς. Εγώ φοβάμαι το μουστάκι του πιο πολύ. Μην αρχίσει ξαφνικά και στάζει αίμα. Γιατί πρέπει να τρώει αίμα ο χωροφύλακας.«Έχουν φάει αυτοί κουμμουνιστές, ουουου», έχω ακούσει τον κυρ Μανώλη. Ο κυρ Μανώλης είναι Κουκουές. Δεν τη λέω δυνατά αυτή τη λέξη. «Είναι Κουκουές χωρίς μυαλό», λέει ο θείος Πάτροκλος, αλλά το λέει σιγά σιγά. Πολύ σιγά το λέει. Όσο σιγά λέω το μάθημα στη δασκάλα.«Δεν έφαγες το πρωί παιδάκι μου, μίλα πιο δυνατά», μου λέει εκείνη και τρίβει στα χέρια της τη βίτσα. Μανουλίτσα μου πώς πονάει! Η βίτσα πονάει τη χούφτα μου. Τσιζ, τσιζ, τσιζ, τσιζ, τσιζ! Στη χούφτα με δέρνει η δασκάλα και στην καρδούλα μου πονάω. Τρέχει, τρέχει, τρέχει ο πόνος, χοροπηδάει στο στομαχάκι μου, μετά πάει στον ποπό μου, στο αντεράκι μου πάει, και μετά δαγκώνει την καρδούλα μου. Σα βατραχάκι πηδάει μέσα μου ο πόνος. Αλλά και τα άλλα παιδιά πονάνε. Τσιζ, τσιζ, τσιζ, τσιζ, τσιζ στα χεράκια τους και αυτά σηκώνουν σε κάθε τσιζ το ποδαράκι. Λίγο το σηκώνουν, σαν να φεύγει από εκεί ο πόνος άμα είναι σηκωμένο το ποδαράκι. Από τις μύτες των παπουτσιών που είναι κομμένες πρέπει να φεύγει.

Πόσο μου αρέσουν τα κομμένα παπούτσια. «Μεγάλωσε ο γαϊδαράκος μίκρυνε το σαμαράκι»,λέει η μαμά και παίρνει το χοντρό ψαλίδι. «Να χωρέσει το πόδι σου και να πάρει αέρα τώρα που μεγάλωσες και που έρχεται καλοκαίρι», λέει και κόβει τις μύτες. Εμένα δεν παίρνει αέρα το παπούτσι. Σκόνη παίρνει. Γιατί κλωτσάω με τις κομμένες μύτες. Πέτρες κλωτσάω. Την μπάλα από τα πανιά κλωτσάω. Ό,τι βρω! Μου αρέσει η μπάλα. Θέλω να γίνω Λινοξυλάκης. Μανουλίτσα μου ας γίνω Λινοξυλάκης όταν μεγαλώσω. «Ψηλός, όμορφος σαν κυπαρίσσι είναι ο άτιμος», λέει ο πατέρας που έχει και μια φωτογραφία τού Λινοξυλάκη στο σερβάν, στη σάλα που είναι όλο κλειστή. Δεν μας αφήνει η μάνα να πάμε στη σάλα.

Μόνο όταν έρχονται ξένοι μπαίνουμε μέσα στη σάλα. Κάτι μυρίζει εκεί μέσα. Όμορφα μυρίζει. Δεν ξέρω τι, αλλά όμορφα. «Λεβάντα βάζεις Ελένη μου;» έχω ακούσει να ρωτάει η κυρά Κική τη μαμά. Τη λέει πολύ καθαρή. «Αχ εσένα, το Τριλ και το μπράσο θα σε φάνε. Τρίψε τρίψε θα τα λειώσεις», της λέει η κυρά Κική που έρχεται πάντα από την πίσω πόρτα, κατευθείαν στο κουζινάκι, «μη σου λερώσω το διάδρομο μπροστά, Ελένη μου. Τα χεράκια σου λυπάμαι».

Εκεί στη σάλα είναι ο Λινοξυλάκης. Στη φωτογραφία είναι, όχι στα ζωντανά. Μανουλίτσα μου στον αέρα πετάει ο Λινοξυλάκης, μπροστά στα δίχτυα, ανάποδα. Κάνει ανάποδο ψαλίδι. Έτσι το λένε στην μπάλα: ψαλίδι! Όχι το ψαλίδι του ράφτη αλλά ψαλίδι των ποδιών. Ανοιγοκλείνουν τα πόδια και – χραπ! – κόβουν στη μέση τον αέρα και χτυπάνε δυνατά την μπάλα. Η μπάλα είναι στην άκρη του παπουτσιού του, που δεν έχει κομμένες μύτες. Η μπάλα και το πόδι του είναι πιο ψηλά από τον κόσμο που είναι στο γήπεδο. Και μακριά, πολύυυυυ μακριά φαίνεται ο ουρανός. «Το καλύτερο ψαλίδι όλων των εποχών»,λέει ο πατέρας. Έτσι ακριβώς το λέει. Ου, το έχω ακούσει πολλές φορές. Χιλιάδες, χιλιάδων φορές. Μια φορά ο θείος Πάτροκλος, που είναι από τον Πειραιά, είπε του πατέρα για το ανάποδο ψαλίδι «τι λες μωρέ Αυγέρη, ράφτης είναι Λινοξυλάκης;» και γέλασε με το χρυσό του δόντι.

«Κόσμημα!» Έτσι λέει η μαμά για τον αδερφό της. Τον θαυμάζει τον αδερφό της η μάνα. «Όλα ωραία είναι πάνω του, αλλά χαμένος θα πάει». Έτσι λέει. «Χαμένος». Αλλά όχι όπως το λέει ο Ορέστης Μακρής, «άντε χάσου χαμένε!» Για τον θείο η μάνα το λέει με την καρδιά της.«Χαμένος θα πάει». Και η θεία Αθανασία, η άλλη αδερφή του θείου Πάτροκλου, λέει «αυτός έπρεπε να είχε γεννηθεί στα Παρίσια, όχι στα Καμίνια». Ο πατέρας δεν θυμώνει που τον πειράζει ο θείος Πάτροκλος. Θαυμάζει τον Λινοξυλάκη ο πατέρας. «Λίνο», τον λέει. «Ο Λίνος μας»! Η μπάλα πήγαινε γκολ και το έσωσε με το ψαλίδι. Η Εθνική Ελλάδας έπαιζε με μια ομάδα, έτσι λέει. Με τους Μαγυάρους έπαιζε; Δεν ξέρω, δεν θυμάμαι πώς το λέει. Με τους Ρουμάνους έπαιζε; Τους Ισπανούς; Αλλά θαυμάζει το ψαλίδι τού Λινοξυλάκη ο πατέρας. «Θα πήγαινε γκολ. Ο Τσανακτσής είχε πέσει κάτω», να δεις πώς το λέει, «εκτός θέσεως ήταν ο τερματοφύλακας και η μπάλα πήγαινε βολίδα στα δίχτυα. Τότε απογειώνεται ο Λίνος, σαν αετός πέταξε, και φραπ, έδιωξε την μπάλα με ανάποδο ψαλίδι».

Απογειώνεται! Δεν ήξερα τι πάει να πει αλλά τώρα το έχω μάθει απέξω. Ό,τι ακούω το μαθαίνω απέξω. «Έχει αυτός ένα μυαλό σφουγγάρι, πρέπει να προσέχουμε τι λέμε, Κική», της είπε μια φορά η μάνα. Ψιθυριστά το είπε. Όπως λέω το μάθημα στη δασκάλα, την κουτσή. Γι αυτό όταν βαράει με τη βέργα σηκώνει το ποδάρι. Το σηκώνει και κρέμεται. Η δασκάλα δεν μας αφήνει να παίζουμε τόπι στο διάλειμμα. «Άντε μη μισερέψετε και εσείς», λέει και χτυπάει στον αέρα τη βίτσα. Είναι πάντα πολύ θυμωμένη η κυρία Κλειώ. Πολύ. Γελούσε μόνο μια φορά. Μόνο όταν ήρθε ο επιθεωρητής. Γελούσε και ήταν όλη την ώρα κοντά του. Κούτσα κούτσα πήγαινε, αλλά κοντά του. «Μάλιστα κύριε επιθεωρητά, εδιδάχθημεν πρόσθεσιν και αφαίρεσιν». Το θυμάμαι αυτό καλά.«Εδιδάχθημεν». Κάτι αστείο πάει να πει γιατί η δασκάλα μας γελούσε όταν το έλεγε. Δεν γελούσε δηλαδή δυνατά, έτσι χα χα χα χα. Γελούσε λίγο. Γελούσε και έτρεμε. Έτσι νομίζω. Έτρεμε το ποδαράκι της που κρεμόταν πού και πού. Νομίζω πως όταν κουραζόταν όρθια, το κρεμούσε. Γι αυτό δεν μας άφηνε να παίξουμε μπάλα. Για να μην κρέμεται το ποδαράκι μας και εμάς. Φαίνεται πως με την μπάλα παθαίνεις πολιομυελίτιδα. Μπορεί να έπαιζε τα μήλα η κυρία Κλειώ. Μπάλα θέλουν και αυτά.

Ένα σωρό παιδιά έχουν πάθει πολιομυελίτιδα. Απ την μπάλα μάλλον την έχουν πάθει. Αλλά και τα μωρά από την μπάλα; Η θεία η Ποθητή, που είναι και αυτή από τον Πειραιά, μου το ’λεγε πως είναι άσχημο πράγμα να παίζεις μπάλα.«Τρεις φορές έσπασε το πόδι του ο Υφαντής. Τρεις»! Έτσι μου ’χει πει, αλλά σιγά το πράγμα! Εγώ το έχω στραμπουλίσει δέκα. Μπορεί και δεκαπέντε. Σιγά το πράμα. Μου το έδενε η μάνα με ένα πανί κι ένα κρεμμύδι, σφιχτά σφιχτά και έγειανε.

Το βράδυ ο πατέρας δεν άργησε πολύ. Άργησε δηλαδή λίγο γιατί η μάνα τού είπε «τρεχάτε να προλάβετε μην κλείσει ο κουρέας και σας αφήσει απέξω και έχει γίνει σαν παπάς το παιδί».Δεν μας άφησε απέξω. Ανοικτά ήταν. «Καθίστε, έχω δυο κεφάλια, ένα σβέρκο και δυο ξυρίσματα», είπε ο κυρ Κώστας στον πατέρα και τράβηξε την κουρτίνα. Νομίζω πως κλείδωσε κιόλας. «Οχτώμισι πήγε, κάτσε να κλείσω μην έρθει ο τζόρας και μας γράψει», είπε. «Όλη την ώρα με κυνηγάει ο Αντωνάρας, ο άθλιος. Όρκο έχει κάνει να με κυνηγάει. Τι άνθρωπος!» Έτσι είπε ο κυρ-Κώστας. Αντωνάρα είπε τον χωροφύλακα, το κατάλαβα. Αντωνάρας! Και ο πατέρας είπε στον κυρ Κώστα «κούρεμα στον μικρό και ένα καθάρισμα σβέρκου σε εμένα». Έτσι κάνει ο πατέρας. Ένα Σάββατο κουρεύει το κεφάλι και άλλο Σάββατο κουρεύει το σβέρκο. Ο κυρ Κώστας φοράει άσπρη μπλούζα μακριά. Ίδια φοράει και ο γιατρός στο ΙΚΑ. Αλλά δεν είναι τόσο άσπρη του γιατρού. Του κυρ Κώστα πιο άσπρη δεν έχω ξαναδεί. Και τα χέρια του, άμα σου σπρώχνουν το κεφάλι και στο στρίβουν αργά αργά, για να σκύψεις, είναι σαν μπαμπάκι. Τι λέω σαν μπαμπάκι; Σα βελούδο είναι. Και πόσο όμορφα μυρίζουν. Όλα τα αρώματα του κήπου μας πάνω τους είναι.

Ο κυρ Κώστας μού έβαλε τη μεγάλη άσπρη πετσέτα. Πολύ μεγάλη είναι, σα σεντόνι. Στο λαιμό την έδεσε και κρεμόταν ως τα πόδια. Αλλά και πιο κάτω από τα πόδια. Ό,τι ήθελα έκανα κάτω από την πετσέτα. Και μου άρεσε. Επειδή δεν έβλεπε κανείς μου άρεσε. Ο κυρ Κώστας δεν είναι μεγάλος ούτε μικρός. Είναι τέσσερις δέκα. Δηλαδή τέσσερις επί δέκα σαράντα. Τόσο είναι, το έχω ακούσει. Και έχει δυο μεγάλες πετσέτες ο κυρ Κώστας. Τη μια την τινάζει ο πιτσιρίκος και την άλλη τη βάζει στους ανθρώπους που κουρεύονται. Όμορφο πράγμα να είσαι πιτσιρίκος στον κουρέα. Κάνεις έτσι, έτσι, έτσι με τη βούρτσα στα ρούχα των κουρεμένων. Όλο εικοσάρες μαζεύεις. Πρέπει να κάθεται πλάι στον κουρέα και να βλέπει για να μαθαίνει, για να γίνει και αυτός κουρέας μια μέρα. Όρθιος βλέπει. Αλλά δεν κάθεται πάντα. Έρχεται κοντά μου που περιμένω και μιλάμε. Παίζουμε καμιά φορά. Στα κρυφά παίζουμε αυτοκινητάκια. Δεν έχουμε αυτοκινητάκια αλλά κάνουμε πως έχουμε και τα οδηγάμε. «Βζζζζζιιιιιινννν, βγήκα πρώτος», και όλο στρίβουμε το τιμόνι.


Κάτω από την πετσέτα τού κουρέα κάνω ό,τι θέλω. Ας πούμε μουντζώνω! Όπου να ’ναι μουντζώνω, αλλά δεν ξέρω πού. Κανέναν δεν μουντζώνω. Έτσι στην τύχη μουντζώνω γιατί η μαμά δεν με αφήνει να κάνω άσκημα πράγματα και εγώ μουντζώνω κάτω από την πετσέτα για να βγάλω το άχτι μου. Και κάνω και άλλα κάτω από την πετσέτα. Βάζω το κοντό δάχτυλο, αυτό το χοντρό, πάνω στο διπλανό του και κάνω κωλοδάχτυλο κάτω από την πετσέτα.


Ο Κάρολος μου το έχει μάθει αυτό το κόλπο. Το κωλοδάχτυλο δηλαδή το έμαθα από το Κάρολο. «Άμα σε πειράζουν, να κάνεις έτσι τα δάχτυλα σου και να τους το κουνάς κοντά τους, όσο πιο κοντά, στη μούρη τους μπροστά να το κουνάς», μου είχε πει ο Κάρολος. Ο Κάρολος όλη την ώρα τσακώνεται. Τον δέρνουν αλλά και δέρνει κιόλας. Έχει δύναμη ο Κάρολος και τσαντίζεται συνέχεια. Και όλη την ώρα κωλοδάχτυλο τους κάνει. Μέσα στη μούρη τούς το κάνει. Μέσα στα μάτια τους. Αλλά εγώ μόνο κάτω από την άσπρη πετσέτα το κάνω. Γιατί δεν πρέπει να το κάνω μπροστά στους άλλους. Ντροπή είναι. Κακό πράμα.

Ο κυρ Κώστας κούρεψε τους σβέρκους, κούρεψε τα κεφάλια, κούρεψε εμένα και το μπαμπά και φύγαμε. Δηλαδή δεν φύγαμε. Πήγαμε να φύγουμε και απέξω ήταν ο χωροφύλακας. Με το μουστάκι ήταν. Χοντρό μουστάκι και χοντρά φρύδια και χοντρές τρίχες στα αυτιά και με καθαρό σβέρκο. Καθόλου τρίχες στο σβέρκο. «Καλώς τον κυρ Αντώνη», είπε ο μπαμπάς.


Μανουλίτσα μου πόσο σιγανά το είπε. Πολύ σιγανά. «Καλώς τον κυρ Αντώνη».Δεν τον άκουσε ο κυρ Αντώνης. Γιατί το είπε πολύυυυυ σιγανά και έτρεμε η φωνή του. Σαν φυλλαράκι έτρεμε ο καημένος ο πατέρας. «Εσύ Κώστα δεν βάζεις μυαλό» είπε ο χωροφύλακας στον κυρ-Κώστα τον μπαρμπέρη. Άγρια το είπε και μου φάνηκε ότι έσταξε αίμα από το μουστάκι του. Από την άκρη έσταξε. «Εσύ Κώστα όσες κλήσεις και να φας, μυαλό δεν βάζεις», και τράβηξε από την κωλότσεπη ένα τετραδιάκι. Σαν όπλο το τράβηξε. Όπως οι καουμπόηδες στα καουμπόικα. Τσαντίλας μου φαινόταν. Πολύ θυμωμένος. Μου φαίνεται ότι είναι πολύ άσκημο να είναι ανοικτά το κουρείο νύχτα. Μπορεί να φοβάται το έγκλημα. Και έχει κάτι ξυράφια ο κυρ Κώστας, σα μαχαίρια είναι. Και όλο τα ακονίζει πάνω σε ένα λουρί. Φραπ. Φρουπ. «Δέκα η ώρα και ακόμα να κλείσεις. Από τις οχτώμισι και ακόμα να κλείσεις. Αλλά δεν βάζεις μυαλό»είπε ο χωροφύλακας.

Ο κυρ Κώστας τον άκουγε. Τον άκουγε; Σαν πεθαμένος ήταν. Όρθιος αλλά σαν πεθαμένος. Γιατί ήταν άσπρος. Όχι μόνο η μπλούζα του ήταν άσπρη, όλος ήταν άσπρος. Και δεν κοκκίνισε ούτε όταν πήρε το χαρτί από το τετραδιάκι τού χωροφύλακα. Ούτε όταν έφυγε ο χωροφύλακας έγινε πάλι καλά το πρόσωπό του. «Ο μπινές, μου έχει πιει το αίμα, ο μπινές»,είπε και μπήκε στο κουρείο. Αργά μπήκε. Πολύ αργά. Σα γέρος περπατούσε. «Πάμε, πάμε να φύγουμε», είπε πάλι σιγανά ο πατέρας και με έπιασε από το χέρι, αλλά δεν πρόλαβα. Δεν πρόλαβα να λύσω τα δάχτυλά μου. «Τι κάνεις εκεί βρε Πετράκη;» ρώτησε αλλά δεν ξαναρώτησε. Έτσι ρώτησε, αφηρημένα και δεν άκουγε τι του έλεγα. Που τίποτα δεν του είπα δηλαδή αλλά και να του έλεγα πάλι δεν θα άκουγε. Δεν θα του έλεγα δηλαδή ότι έκανα κωλοδάχτυλο. Στο σκοτάδι το έκανα. Είχα απλωμένο το χέρι εκεί που είχε φύγει ο χωροφύλακας και έκανα κωλοδάχτυλο. Κρυφά όμως. Να μη το δει κανείς.

Για την απομαγνητοφώνηση και τη μεταφορά Δ.Β. 

(Ένα ακόμα ενδεικτικό θέμα από τη σειρά διηγημάτων, υπάρχει εδώ)