Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017

Η ανασκόπηση του Γιάννη Μακριδάκη

Με το κλείσιμο του μεγάλου αυτού κύκλου επιχειρώ μια μικρή ανασκόπηση:Το 1997 άρχισα να ηχογραφώ ανθρώπινες ιστορίες, να εξερευνώ τη φύση και να μελετώ την ιστορική πορεία της Χίου για να εκδίδω το περιοδικό Πελινναίο. Μέσα από αυτές τις εργασίες προέκυψαν εκτός από τα 56 τεύχη του περιοδικού, και τα βιβλία Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι, καθώς και το 10.516 μέρες Ιστορία της νεοελληνικής Χίου 1912-1940. Κατόπιν ήρθε η λογοτεχνία, επηρεασμένη κι αυτή απόλυτα από τις έρευνες και την συναναστροφή μου με τους ανθρώπους

1. Ανάμισης ντενεκές, το αυθόρμητο. Η ιστορία του θρυλικού Γιώργη Πέτικα, περιπέτειες του οποίου είχα διαβάσει στις εφημερίδες της εποχής 1915-20 κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου για την συγγραφή του 10.516 μέρες. Η παρουσία του ονόματός του στο σήμερα ήταν όμως αυτή που με έκανε να ψάξω την περίπτωσή του και να γράψω το βιβλίο. Με συνάρπασε το γεγονός ότι “το όνομά του ακόμα στέκει”, όπως πολύ όμορφα και με αληθινή έκπληξη στα μάτια με είχε ρωτήσει η υπεραιωνόβια κυρά Βασιλικώ, όταν πήγα να τη βρω και να την ρωτήσω για λόγου του. Άρχισα λοιπόν να μελετώ και να γράφω ένα βιβλίο για το πώς ένας άνθρωπος γίνεται θρύλος στο στόμα του λαού και το πώς αυτός ο θρύλος μεταφέρεται από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά μέσα στον αιώνα. Δύο όψεων η ιστορία που έγραψα. Η πρώτη μυθοπλασία, με ήρωα τον Πέτικα και η δεύτερη διήγηση, με ήρωα τον ερευνητή-εμένα, που ανασκαλεύει τα ίχνη του ήρωά του 100 χρόνια μετά. Το πρώτο μου λογοτεχνικό έργο, το οποίο απέστειλα χειρόγραφο σε 4 εκδοτικούς οίκους των Αθηνών, οι 3 το απέρριψαν και η Εστία το εκτίμησε και το εξέδωσε. Από τότε άρχισε η γνωστή πορεία στην πεζογραφία.
2. Η δεξιά τσέπη του ράσου, το τρυφερό. Αυτό ήταν το πρώτο μου βιβλίο, το οποίο δεν βγήκε μόνο του. Δεν βγήκε δηλαδή μέσα από μια ήδη αρχηνισμένη εργασία, στην οποία προέβαινα από έμφυτη περιέργεια, και μόνο για να ικανοποιήσω κάποια ανάγκη μου προσωπική, χωρίς να έχω σκοπό την κατάληξη σε κάποιο βιβλίο, όπως έκανα ως τότε, αφού τα 3 πρώτα βιβλία μου είχαν βγει ως αποτέλεσμα των ερευνών μου και όχι ως αυτοσκοπός. Η δεξιά τσέπη ήταν ένα στοίχημα. Επειδή διαπίστωσα ότι άρεσε σε πολλούς ανθρώπους ο Ανάμισης ντενεκές και ότι με ένα λογοτεχνικό έργο είχα περισσότερες αναγνωστικές αποκρίσεις από όσες είχα όλη την έως τότε 10ετία που έγραφα άρθρα και ιστορικά τεκμήρια, αλλά κυρίως επειδή διαπίστωσα ότι περνάω πολύ πιο όμορφα γράφοντας ιστορίες παρά οτιδήποτε άλλο, είπα μέσα μου ότι θέλω να δω αν είμαι ικανός να σκαρφιστώ και να γράψω μια ιστορία από την αρχή ως το τέλος, χωρίς να έχω πηγές και ιστορικά συμβάντα, παρά μόνο ένα μοναστήρι στον νου και στην ψυχή μου και το συμβάν του θανάτου του Αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου, που πέθανε εκείνες τις μέρες και μου γέννησε στο μυαλό την πρώτη φράση του βιβλίου: “Την νύχτα που πέθανε ο αρχιεπίσκοπος, γέννησε η Σίσσυ”. Μόλις έκατσα να σημειώσω αυτή την πρώτη φράση, βγήκε χειμαρρωδώς σε 21 μέρες όλη η ιστορία από μέσα μου. Σαν κλωσσού που κάθεται 21 μέρες στα αυγά της για να βγάλει τη νέα ζωή, έτσι κι εγώ δεν σηκωνόμουν παρά μόνο για φαγητό και ύπνο. Κάπως έτσι  βγήκε η ιστορία του Βικέντιου και της σκυλίτσας του, το πιο πολυδιαβασμένο βιβλίο μου μέχρι τώρα, το δεύτερο λογοτεχνικό έργο, το σπουδαιότερο για κάθε συγγραφέα νομίζω. “Η δεξιά τσέπη” παίζει με δίπολα. Τον έσω και τον έξω μας κόσμο, την ψυχή, την καλλιέργεια και το φαίνεσθαι, το σημαντικό και το ασήμαντο, το άδολο και το κραυγαλέο, το κοσμικό και το μοναχικό, το προσωπικό και το συλλογικό, το πένθος και την ελπίδα.
3. Ήλιος με δόντια, το προσωπικό. Πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ήρωας απολύτως φανταστικός, δίχως ουδεμία δόση πραγματικής ύπαρξης. Ένα βιβλίο που προέκυψε άμεσα από το 10.516 μέρες. Ο Κωσταντής, ένας άνθρωπος περιθωριακός της εποχής του μεσοπολέμου αφηγείται την προσωπική του ιστορία παράλληλα με την ιστορία του τόπου του. Το βιβλίο αναδεικνύει πώς η κοινωνία μπορεί να τρελάνει έναν “διαφορετικό” άνθρωπο και έχει ως αφορμή το ιστορικό γεγονός του βομβαρδισμού του πλοίου Wiril του ερυθρού σταυρού στο λιμάνι της Χίου στις 7 Φεβρουαρίου 1944. Λόγω τού  γεγονότος ότι ποτέ μέχρι τώρα δεν δόθηκε ουδεμία επίσημη εξήγηση για το πώς έγινε το τραγικό αυτό δυστύχημα, που κόστισε της ζωή σε πολλούς ανθρώπους άμαχους, ένιωσα την ανάγκη να φτιάξω έναν ήρωα, ο οποίος θα αναλαμβάνει όλη την ευθύνη για τον βομβαρδισμό και κατόπιν όμως θα αποδεικνύεται ο πραγματικός λόγος, ο οποίος μόνο μέσα από την λογοτεχνική προσέγγιση της Ιστορίας θα μπορούσε να ανακαλυφθεί και να καταγραφεί.
4. Η άλωση της Κωσταντίας, το ευχάριστο διάλειμμα. Την Κωσταντία την έγραψα για να κάνω διάλειμμα από όλα αυτά τα κουραστικά βιβλία που είχα γράψει ως τότε. Πήγα για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα στην Κωνσταντινούπολη και μίλησα με Ρωμιούς, Ρωμιές και Τούρκους. Όταν επέστρεψα στο νησί είχα καταλάβει ότι το μεγαλύτερο ζήτημα που απασχολούσε και άγχωνε τους Ρωμιούς της Πόλης ήταν να μην παντρευτεί το παιδί τους τούρκο ή τούρκισσα, οπότε μου βγήκε αβίαστα από μέσα μου η Κωσταντία, που είναι και το μοναδικό βιβλίο, του οποίου ο τίτλος δεν αποτελεί φράση της ιστορίας του, αλλά ταιριαστό με την περίπτωση λογοπαίγνιο. Ο τρόπος δόμησης της ιστορίας είναι η αφήγηση της αφήγσης της αφήγησης, αφού ο παντογνώστης αφηγητής αφηγείται την ιστορία που αφηγείται ο γαμπρός της στην Κωσταντία, την ώρα που εκείνη την διαβάζει στο γράμμα και την αφηγείται στην φίλη της, κάνοντας παράλληλα και σχόλια επ’ αυτής. Ένα σκερτσόζικο, παιχνιδιάρικο βιβλίο, που έφερε μια παιχνιδιάρικη ανατροπή της τελευταίας σελίδας.
5. Λαγού μαλλί, η αξιοπρέπεια. Τη νουβέλα αυτή την εμπνεύστηκα από το πλάνο που δείχνει τον ΓΑΠ να στέκει εκεί στο λιμάνι στο Καστελόριζο, να μας βάζει στο ΔΝΤ και να περνά ένα καϊκι πράσινο από πίσω του. Την έγραψα τότε, το 2010 τον Μάη, ό,τι που μπαίναμε στην λεγόμενη οικονομική κρίση και στην διαρκή επιτροπεία, δεν είχαμε καταλάβει ακόμη καλά – καλά τι μας γίνεται, αλλά το βιβλίο μιλάει προφητικά για την αξιοπρέπεια, για την πιο σημαντική μας απώλεια ως άνθρωποι, ως πολίτες και ως κράτος αυτή την ιστορική περίοδο που διανύουμε. Το βιβλίο παρουσιάζει τον καπτά Σίμο τον ψαρά, έναν σπάνιο άνθρωπο, από αυτούς τους λιγοστούς πλέον, που θεωρούν ως αποστολή την ζωή τους, ο οποίος πεθαίνει μες στο καϊκι του και στέκει αξιοπρεπής μέχρι την τελευταία του ώρα, παρά τις οικονομικές και άλλες δυσκολίες της νέας εποχής.
6-7. Το ζουμί του πετεινού και Του Θεού το μάτι, οι δυο νουβέλες της κρίσης. Η πρώτη με ήρωα τον Παναγή που ζούσε καταγής, παρουσιάζει μια πρόταση ζωής στην φύση σαν αντίδοτο στην κρίση και η δεύτερη με ήρωα τον Θόδωρο τον Πεπόνα που λέει την προσωπική του ιστορία στο σκιάχτρο καθώς το κατασκευάζει, παρουσιάζει τον νεοέλληνα και την ιστορική πορεία της προσωπικής και συλλογικής κατάντιας του.
8. Αντί Στεφάνου, η κορωνίδα. Η απόλυτη σύνδεση της φιλοσοφίας μου ως φυσικός άνθρωπος με την λογοτεχνία. Γλώσσα ειρωνικά επίσημη, ήρωας νεκροθάφτης, κηδεία της μάνας, της υπέρτατης ιδέας, αφόδευση στον τάφο της επί του κήπου που φύτεψε πάνω της ο υιός της. Ο Στέφανος είναι άλλης εποχής άνθρωπος, μετακαταναλωτικής, και στο μικρό νησί του προκαλεί την έκπληξη, το μένος και την κατακραυγή των συγκατοίκων του. Μια ιστορία για τον κύκλο της ζωής στο Χάος του Οικοσυστήματος και τον ρόλο του σαρκίου μας σαν σημείο αυτού του κύκλου.
9. Η πρώτη φλέβα, η επαναφορά στα εγκόσμια. Μετά τον Στέφανο και την απογείωση σε άλλον πλανήτη από τον σύγχρονο της καταναλωτικής πραγματικότητάς μας, προσγειώνομαι ξανά απότομα στα ανθρώπινα πάθη. Σαν να ένιωσα ότι ξέφυγα από τους ανθρώπους με την προηγούμενη νουβέλα και ζωή, και επιχειρώ να τους ξανασυναντήσω βουτώντας στα πιο ταπεινά και πρωταρχικά τους ένστικτα. Μια πόρνη και ένας ναυτικός που πηγαίνει με πόρνες στα λιμάνια του κόσμου, αφηγούνται εναλλάξ την ιστορία των βίων τους, που δεν συναντιούνται στους συνήθεις τόπους και με τον αναμενόμενο τρόπο, παρά μόνον μεταφυσικά, στα μικράτα τους. Η μοναξιά των στερνών χρόνων μετά από μια ζωή γεμάτη εμπειρίες, ανθρώπους και πάθη, αποτελεί τον ανθρώπινο φόβο που πραγματεύομαι τελικά στην ιστορία αυτή, ίσως για να τον πατάξω, ίσως για να τον ξορκίσω.
10. Όλα για καλό, το κοινό πολυπρισματικό μυθιστόρημα. Μια ιστορία μέσα στην οποία ενέπλεξα ό,τι μου είχε μείνει αχρησιμοποίητο από μια 20ετία γεμάτη έρευνα, συνεντεύξεις και εμπειρίες ζωής. Πλεγμένες ζωές ανθρώπων, σύγχρονο προσφυγικό, ιστορία προσφυγιάς και ασθένειας, εγκαταλειμμένο άσυλο λεπρών, κοινοτισμός, πολιτική στάση ζωής, ανθρώπινες προσωπικές ιστορίες, αναχωρητισμός, παραδόσεις κοινωνικές, όλα μαζί μπλέκουν τον μύθο του βιβλίου, που έχει πολλά κέντρα βάρους και είναι γραμμένο για πρώτη φορά με τρόπο εντελώς κοινό, λόγω που ήθελα να το γράψω ακριβώς έτσι, στρωτά και νεοελληνικά, όπως γράφεται συνήθως η σύγχρονη πεζογραφία, διότι δεν είχα κανένα άλλο βιβλίο γραμμένο με αυτό τον τρόπο νομίζω.
Όλα για καλό λοιπόν για το τέλος. Αν δεν είναι για καλό, δεν είναι το τέλος.
Καλά να στε όλες και όλοι, σας ευχαριστώ για την τιμή που κάνατε στο πρόσωπό μου και στο έργο μου όλα αυτά τα χρόνια και ακόμη. Όταν και αν υπάρξει λόγος, θα ξανασυναντηθούμε λογοτεχνικά. Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα μη λες.

Γιάννης Μακριδάκης
(Το κείμενο δημοσιεύεται στο προσωπικό σάιτ του συγγραφέα και «φυσικού καλλιεργητή», όπως αναφέρεται)