Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Ο λουστράκος και η Αρλέτα

ΕΝΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΒΡΙΣΙΑ

Η τέχνη του λούστρου –του πλανόδιου επαγγελματία που έβαφε παπούτσια δηλαδή– ήθελε λεπτούς χειρισμούς, ρυθμό στο βούρτσισμα και ταμπεραμέντο. Πρόσεχε να μην λερώσει τις κάλτσες τού πελάτη μπήγοντας
προστατευτικά πετσιά (ή χαρτόνια) αριστερά και δεξιά τών αστραγάλων, βούρτσιζε με δυο βούρτσες γρήγορα και ρυθμικά, έβαζε στο δέρμα αλοιφές από διάφορα μπουκαλάκια και στο τέλος γυάλιζε το παπούτσι με πανιά παλινδρομώντας με κινήσεις τών δυο χεριών στις επιφάνειές τους: μπροστά, πλάι και πίσω. Ολόκληρη διαδικασία, δηλαδή, που τίμησε ο Βασιλάκης Καΐλας στον κινηματογραφικό «Λουστράκο» (δεύτερη φωτογραφία).

Στη γειτονιά μου έναν λουστράκο τον φωνάζαμε «ζωγράφο» και «ντράμερ» επειδή, όπως οι περισσότεροι λούστροι, έκανε σόου με τις βούρτσες του πετώντας τις ψηλά και χτυπώντας με αυτές ρυθμικά το ξύλινο κασελάκι του.

Περιφρονημένο επάγγελμα. Κανένα άλλο δεν έχει γίνει βρισιά και ας συγκεντρώνει πάνω του ίδια περιφρόνηση. Ποτέ δεν λες «άντε ρε παλιατζή, βοθρατζή, νεκροθάφτη», λες όμως «άντε βρε λούστρο» και γεμίζει το στόμα σου.

Όπως όλα τα επαγγέλματα τα αντιμάχεται η τεχνολογία, έτσι και αυτό του λούστρου. Μια εποχή εμφανίστηκαν στα ξενοδοχεία, αλλά και στους δρόμους, μηχανήματα λουστραδόροι. Ψιλή βροχή μπροστά στη τέχνη τού λουστράκου. Μια βούρτσα-κύλινδρος για το ξεσκόνισμα και το γυάλισμα και μια υποδοχή που έβαζες το πόδι, πίεζες προς τα πάνω και χυνόταν το βερνίκι πριν μετακινήσεις το παπούτσι στον κύλινδρο τού γυαλίσματος. Μηχανικά πράγματα, χωρίς την ξύλινη μελωδία τής βούρτσας του πλανόδιου λουστραδόρου.

Σήμερα αν βρεις στον δρόμο σου λουστράκο φωτογράφησέ τον, είναι μουσειακό στοιχείο. Εγώ τον βρήκα πριν από τρία χρόνια έξω από το παζάρι της Σμύρνης –και δεν ήταν ένας (πρώτη και τρίτη φωτογραφία). Τον ρώτησα με νεύματα αν μπορώ να τον φωτογραφίσω. Και αμέσως πόζαρε. 

 ** Η αναδρομή στο ξεχασμένο επάγγελμα έγινε με αφορμή την αναφορά της Αρλέτας στην αυτοβιογράφησή της που δημοσίευσε το Lifo: «Μικρή ήθελα να γίνω λούστρος. Το εξάσκησα το επάγγελμα από τα πέντε μου μέχρι τα οχτώ, κατέστρεψα πολλά παπούτσια και κάλτσες».